Για την επιδείνωση της κατάστασης στις παρεχόμενες υπηρεσίες υγείας από το δημόσιο σύστημα κατέθεσαν ερώτηση στην Υπουργό Υγείας οι βουλευτές του ΚΚΕ. Η ερώτηση έχει ως εξής:

Το ΚΚΕ φέρνει στη Βουλή, για άλλη μια φορά, το σοβαρό ζήτημα της κατάστασης του δημοσίου συστήματος υγείας, διαπιστώνοντας αντικειμενικά τη ραγδαία επιδείνωση που υπάρχει και με τις σοβαρότατες επιπτώσεις τόσο στους ασθενείς, ιδιαίτερα των λαϊκών στρωμάτων, όσο και στους εργαζόμενους.
Η κατάσταση ιδιαίτερα των δημόσιων νοσοκομείων και των κέντρων υγείας διαμορφώνει συνθήκες εκρηκτικές και επικίνδυνες για την υγεία του λαού. Επομένως η συγκεκριμένη παρέμβαση του ΚΚΕ ουσιαστικά ισοδυναμεί με έλεγχο και καταγγελία των ασθενών και των εργαζόμενων για την απαράδεκτη κατάσταση που βιώνουν και η οποία διαμορφώθηκε από την αντιλαϊκή πολιτική των εναλλασσόμενων κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ και της Νέας Δημοκρατία. Είναι η Πολιτική που έχουν συνδιαμορφώσει στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης και που συστηματικά και με συνέπεια προωθείται στην Ελλάδα, με βασικό της χαρακτηριστικό την παραπέρα εμπορευματοποίηση και ιδιωτικοποίηση της Υγείας. Το δικαίωμα της εργατικής τάξης, των αυτοαπασχολούμενων, των φτωχών αγροτών, των νέων, των γυναικών και των οικογενειών τους για σύγχρονες και δωρεάν υπηρεσίες υγείας, για δωρεάν πρόληψη και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, θυσιάζονται στο βωμό της καπιταλιστικής ανάπτυξης, της στήριξης των κερδών των μονοπωλίων.
Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ πάνω σε αυτή την πολιτική γραμμή έχει ουσιαστικά δημιουργήσει μέτωπο μαζί με την Νέα Δημοκρατία και το ΛΑΟΣ, το οποίο δε μπορεί να κρυφτεί πίσω από τις κριτικές περί ικανότητας και διαφάνειας. Αυτές χρησιμοποιούνται προκειμένου να παραπλανούνται τα λαϊκά στρώματα ότι δε φταίει η αντιλαϊκή πολιτική αλλά οι διαχειριστές της.
Οι συνθήκες της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης αξιοποιούνται για να επιταχυνθούν όλα τα μέτρα που έχουν σχεδιάσει αρκετά χρόνια πριν και ένα μέρος τους έχει ήδη εφαρμοστεί. Πρακτικά αυτά εκφράζονται με το γεγονός ότι ολόκληρες περιοχές στη χώρα είναι ακάλυπτες ή με υποτυπώδεις και ανεπαρκέστατες υπηρεσίες υγείας, με Κέντρα Υγείας με ελάχιστο σε αριθμό και ειδικότητες προσωπικό, με δημόσια νοσοκομεία που δε μπορούν να ανταποκριθούν στις λαϊκές ανάγκες από την έλλειψη προσωπικού και ιατρομηχανολογικού εξοπλισμού. Αυτό που βιώνουν ασθενείς και εργαζόμενοι είναι συνεχείς αφαίρεση δικαιωμάτων, επιδείνωση των συνθηκών δουλειάς, εξαναγκασμός σε πληρωμές για να αγοράσουν τις αναγκαίες υπηρεσίες από τον ιδιωτικό επιχειρηματικό τομέα. Υπονομεύεται η ίδια η υγεία ασθενών και εργαζομένων, πολλές φορές ανεπανόρθωτα. Έρχονται αντιμέτωποι με περικοπές παροχών σε εξετάσεις, φάρμακα, θεραπείες από τα ασφαλιστικά ταμεία, με πολύμηνες λίστες αναμονής για εξετάσεις προληπτικού ελέγχου, για χειρουργεία και θεραπείες ακόμα και σε παθήσεις που ο χρόνος είναι ζήτημα ζωής ή θανάτου.
Η κατάσταση των δημόσιων νοσοκομείων, των κέντρων υγείας και συνολικά το δημόσιο σύστημα υγείας, είναι αποτέλεσμα συνειδητής και σχεδιασμένης πολιτικής, που στοχεύει στον περιορισμό έως μηδενισμό της κρατικής χρηματοδότησης και της λειτουργίας των μονάδων υγείας σαν επιχειρήσεις με έσοδα και κέρδη από την πώληση των υπηρεσιών. Για τους ασφαλισμένους προωθείται ενιαία και ελάχιστη παροχή υπηρεσιών κατά τα πρότυπα της ελάχιστης προνοιακής σύνταξης και πληρωμή σε ανταποδοτική βάση για το μεγαλύτερο μέρος των υγειονομικών αναγκών. Οι αναδιαρθρώσεις που προωθούνται με το σχέδιο «Καλλικράτης» στην υγεία, τόσο στα νοσοκομεία, όσο και στο Πρωτοβάθμιο επίπεδο, θα αποτυπώσουν τις διαφοροποιήσεις ανάμεσα στις υγειονομικές περιφέρειες και ανάμεσα στα νοσοκομεία της ίδιας περιφέρειας, ανάλογα με την κοινωνική σύνθεση της περιοχής με κύριο κριτήριο την οικονομική δυνατότητα του πληθυσμού. Αποτελεί ένα στρατηγικής σημασίας βήμα για την πλήρη προσαρμογή του συστήματος υγείας στην επιχειρηματική δράση. Εντάσσεται στην πολιτική των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων στην πολιτική υπέρ του κεφαλαίου για ακόμη μεγαλύτερη μείωση της τιμής της εργατικής δύναμης, για ένταση της εκμετάλλευσης και μεγαλύτερη κερδοφορία.
Το ΠΑΣΟΚ μαζί με τη Νέα Δημοκρατία, ήδη από τη δεκαετία του 1990 έπαιρναν μέτρα που ο ένας συμπλήρωνε τον άλλο, υπέρ της εμπορευματοποίησης και της επιχειρηματικής δράσης στην υγεία. Και τα σημερινά μέτρα της Κυβέρνησης, αξιοποιούν την οικονομική κρίση, για να χτυπήσουν ακόμα περισσότερο τα λαϊκά δικαιώματα, με μέτρα που έχουν χαρακτήρα μόνιμο και μακροπρόθεσμο.
Ορισμένα ενδεικτικά στοιχεία αποδεικνύουν όχι μόνο τις ευθύνες του ΠΑΣΟΚ και της Νέας Δημοκρατίας για το προηγούμενο διάστημα, αλλά και για σήμερα. Δείχνουν γιατί ενώ οι εργαζόμενοι πληρώνουν φόρους, εισφορές και συμμετοχές δεν έχουν τις αναγκαίες υπηρεσίες υγείας και βιώνουν συνεχώς περικοπές από τα ασφαλιστικά ταμεία:
1. ΠΑΣΟΚ και Νέα Δημοκρατία φρόντισαν ώστε από το σύνολο των μαγνητικών και αξονικών τομογράφων, μόνο το 15,2% και το 34,6% αντίστοιχα να είναι στο δημόσιο τομέα.
2. Οι γραμμικοί επιταχυντές στα δημόσια νοσοκομεία αντιστοιχούν σε 2,2 ανά 1 εκατομμύριο κατοίκων, δηλαδή καλύπτουν μόνο το 1/3 του πληθυσμού.
3. Για τις μαστογραφίες και test pap τα ραντεβού στα δημόσια νοσοκομεία μπορεί να φτάσουν και τους τρείς μήνες.
4. Για ακτινοθεραπείες ο χρόνος αναμονής στα δημόσια νοσοκομεία κυμαίνεται από 1,5 έως 3 μήνες.
5. Οι μισοί νεφροπαθείς – περίπου 5.000 – δε μπορούν να αντιμετωπιστούν από το δημόσιο σύστημα, λόγω έλλειψης υποδομών και προσωπικού.
6. Στην Αθήνα με πάνω από το 1/3 του πληθυσμού της χώρας υπάρχουν μόνο 2 δημόσια μαιευτήρια και 3 παιδιατρικά νοσοκομεία.
7. Από τα 2.000 δημόσια κρεβάτια αποκατάστασης που χρειάζονται, υπάρχουν μόνο 200 και αυτά όλα στην Αθήνα, ενώ στο δημόσιο τα κρεβάτια των μονάδων εντατικής θεραπείας είναι περίπου στο 40% από τα αναγκαία, με λίγο προσωπικό και με εφαρμογή τελευταία του θεσμού των δελτίων παροχής υπηρεσιών.
Να γιατί με ευθύνη του ΠΑΣΟΚ όσο και της Νέας Δημοκρατίας, όχι μόνο εμπορευματοποιείται ο δημόσιος τομέας, αλλά αναπτύσσεται και ο ιδιωτικός επιχειρηματικός τομέας με πιο γοργούς ρυθμούς, σε μαιευτήρια, ψυχιατρεία, ογκολογικά θεραπευτήρια, διαγνωστικά κέντρα και κέντρα φυσικής αποκατάστασης, σε όλη σχεδόν τη χώρα. Να γιατί το διάστημα 1997-2007 ο συνολικός τζίρος του ιδιωτικού τομέα από 580 εκ. Ευρώ, υπερδιπλασιάστηκε στα 1, 8 δις. Ευρώ και το 2009 αναμένεται να φτάσει στα 2,3 δις Ευρώ.
Η έλλειψη προσωπικού είναι βασικός παράγοντας της άθλιας κατάστασης που αντιμετωπίζουν ασθενείς στις εφημερίες, με τις λίστες αναμονής, με την έλλειψη βασικών ειδικοτήτων ιδιαίτερα στην επαρχία, αλλά και νοσηλευτικού προσωπικού σε όλα τα δημόσια νοσοκομεία και τα κέντρα υγείας. Με διπλοβάρδιες με πολλές εφημερίες των γιατρών που ορισμένες φορές είναι απλήρωτες και τις περισσότερες φορές με απαράδεκτη καθυστέρηση στην πληρωμή τους.
Οι τουλάχιστον 25.000 ελλείψεις σε νοσηλευτικό προσωπικό και αντίστοιχα 4.500 γιατρών είναι έργο του ΠΑΣΟΚ και της Νέας Δημοκρατίας. Όπως δικό τους έργο είναι το καθεστώς των επικουρικών συμβασιούχων γιατρών και νοσηλευτών, των συμβάσεων έργου, της μερικής απασχόλησης. Με τα νέα μέτρα η κατάσταση θα γίνει χειρότερη με τραγικές συνέπειες για τους ασθενείς των λαϊκών στρωμάτων.
Είναι πρόκληση και για τους εργαζόμενους και για τους ασθενείς η Κυβέρνηση να χρηματοδοτεί από τον κρατικό προϋπολογισμό για προσλήψεις υγειονομικών με το 0,1% από αυτά που έδωσε στους τραπεζίτες και μάλιστα επικαλούμενη ότι δεν υπάρχουν χρήματα. Η αλήθεια είναι ότι δεν διαθέτει χρήματα για τις λαϊκές ανάγκες, αλλά έχει άφθονο χρήμα για τις ανάγκες του κεφαλαίου. Θα αρκούσε το 1/45 από τον μποναμά προς τους τραπεζίτες για να προσληφθούν οι τουλάχιστον 25.000 νοσηλευτές και 4.500 γιατροί που λείπουν και να καλυφθούν οι στοιχειώδεις ανάγκες για τις εφημερίες των νοσοκομείων.
Η Κυβέρνηση επικαλείται τα ελλείμματα, την κατάσταση των ασφαλιστικών ταμείων και τα χρέη των νοσοκομείων, όταν από κοινού με τη Νέα Δημοκρατία δημιούργησε αυτή την κατάσταση μέσω της δραστικής μείωσης της κρατικής χρηματοδότησης, των ανείσπρακτων εργοδοτικών εισφορών που παράνομα παρακρατούν, όπως και τις πληρωμένες εισφορές των εργαζομένων και τη μετακύληση των δαπανών στους εργαζομένους. Αυτό συνετέλεσε ώστε για τα λαϊκά στρώματα να μην είναι δωρεάν και να αγοράζουν λιγότερες και ακριβότερες υπηρεσίες υγείας. Με διεύρυνση του αριθμού των ασθενών που καταταλαιπωρείται για υποτυπώδεις υπηρεσίες γιατί δεν έχει να πληρώσει. Ενδεικτικά:
1. ΠΑΣΟΚ και Νέα Δημοκρατία την δεκαπενταετία (1992-2007) μείωσαν την κρατική συμμετοχή στις δημόσιες δαπάνες υγείας από 41,4% στο 27% και αύξησαν την αντίστοιχη συμμετοχή των ασφαλιστικών ταμείων από 58,6 % στο 73%.
2. Μεταξύ 1999-2006 μείωσαν τα έσοδα των δημόσιων νοσοκομείων από τον κρατικό προϋπολογισμό από 8,19% στο 3,5% και αντίστοιχα αύξησαν τα έσοδα από τα νοσήλια από 75,98% στο 82,13%. Το 2010 προβλέπουν 42 εκ. ευρώ από τον κρατικό προϋπολογισμό για δαπάνες λειτουργίας όλων των νοσοκομείων και των κέντρων υγείας, που είναι 8 φορές μικρότερο από το αντίστοιχο του 2009.
3. Τη δεκαετία του 1990 αύξησαν τα νοσήλια κατά 806% .
4. Το ΠΑΣΟΚ το 1998 καθιέρωσε το ενοποιημένο κλειστό νοσήλιο, επιβαρύνοντας επιπλέον τα ασφαλιστικά ταμεία, δηλαδή τους εργαζομένους με μια σειρά από φάρμακα και εξετάσεις. Οδήγησε σε αυξήσεις από 29% – έως 64% ανάλογα με τη θέση νοσηλείας.
5. Το ΠΑΣΟΚ θεσμοθέτησε τη μετατροπή του 20% των κρεβατιών των δημόσιων νοσοκομείων σε Α’ και Β’ θέσεις για να εισπράττονται ακριβότερα νοσήλια. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το νέο ογκολογικό νοσοκομείο «Αγ. Ανάργυροι» που όλα τα κρεβάτια της χειρουργικής κλινικής έχουν μετατραπεί σε διακεκριμένες «θέσεις».
ΠΑΣΟΚ και Νέα Δημοκρατία σε ότι έχει σχέση με την πρωτοβάθμια φροντίδα και περίθαλψη, όλα αυτά τα χρόνια προωθούν την ιδιωτικοποίησή της, μέσω της υποβάθμισης του δημόσιου και ταυτόχρονα των συμβάσεων με τον επιχειρηματικό τομέα. Τώρα επιδιώκουν με τη δημιουργία «δικτύων παροχής πρωτοβάθμιας φροντίδας», την ανάθεσή της με τους ίδιους όρους πληρωμής στον ιδιωτικό επιχειρηματικό τομέα, στον εμπορευματοποιημένο δημόσιο, στους δήμους και στις ΜΚΟ, μετατρέποντας τα ασφαλιστικά ταμεία σε οργανωμένους φορείς προώθησης πελατών. Η σχέση ασθενή «πελάτη» – επιχειρηματία θα πάρει βαθύτερη και πιο ολοκληρωμένη μορφή με αυτό το σχέδιο της Κυβέρνησης, με την κρατική ευθύνη να περιορίζεται σε ελάχιστο επίπεδο υπηρεσιών.
Είναι φανερό ότι όλα αυτά τα προβλήματα που σχετίζονται με το βασικό δικαίωμα των λαϊκών στρωμάτων στην υγεία και στη ζωή, είναι αποτελέσματα της καπιταλιστικής ανάπτυξης, του σκοπού της παραγωγής, που υποτάσσει τα πάντα στην υπηρεσία του κέρδους και της εκμετάλλευσης. Γι’ αυτό ενώ οι δυνατότητες της επιστήμης της τεχνολογίας και της παραγωγικότητας θα μπορούσαν να λύσουν όλα τα προβλήματα και να ικανοποιήσουν τις λαϊκές ανάγκες, συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση, τις καπιταλιστικές κοινωνίες. Υπάρχει σύγκριση, η οποία και σηματοδοτεί που βρίσκεται η λύση, που πρέπει να κατευθύνονται η ταξική πάλη, ο καθημερινός αγώνας. Αυτά που αντικειμενικά δε μπορεί να λύσει σήμερα ο καπιταλισμός, στο σοσιαλισμό είχαν λυθεί στο μέγιστο βαθμό εδώ και πάνω από 60 χρόνια, που στην πράξη η υγεία ήταν κατοχυρωμένο λαϊκό, κοινωνικό και δωρεάν δικαίωμα. Καμιά παραλλαγή στη διαχείριση του σημερινού συστήματος, σοσιαλδημοκρατική, νεοφιλελεύθερη ή αυταπάτες του τύπου « ο άνθρωπος πάνω από τις αγορές» όχι μόνο δε δίνει λύση, αλλά οξύνει τα προβλήματα, αφαιρεί το δικαίωμα των εργατών, των αυτοαπασχολούμενων, των φτωχών αγροτών , των νέων, των γυναικών σε σύγχρονες υπηρεσίες υγείας.
Ο τομέας υγείας σαν μέρος του κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος, αντιμετωπίζεται από την κυβέρνηση και τα άλλα κόμματα της πλουτοκρατίας σαν κόστος, που εμποδίζει την ανταγωνιστικότητα και την κερδοφορία των επιχειρήσεων. Γι’ αυτό περιορίζουν τις κρατικές- εργοδοτικές δαπάνες και τις κοινωνικές παροχές και ενισχύουν την ανταποδοτικότητα, δηλαδή την αύξηση των πληρωμών από τους εργαζόμενους για την αγορά ιατροφαρμακευτικών υπηρεσιών, ενώ ήδη επιπλέον πληρώνουν φόρους, ασφαλιστικές εισφορές, συμμετοχές στις δαπάνες και «φακελάκια».
 Η απαράδεκτη κατάσταση που υπάρχει στα δημόσια νοσοκομεία και τα κέντα υγείας, είναι αποτέλεσμα της υποχρηματοδότησης και των περικοπών, με σοβαρές επιπτώσεις τόσο στους ασθενείς, όσο και στους εργαζόμενους υγειονομικούς. Αυτό σημαίνει δραστικό περιορισμό στη δυνατότητα κάλυψης των λαϊκών αναγκών στην υγεία από τις δημόσιες μονάδες και αντίστοιχα όλων των δικαιωμάτων των υγειονομικών και της επιδείνωσης των συνθηκών δουλειάς.
Ο δημόσιος τομέας αποτελεί και πεδίο κερδοφορίας των επιχειρηματιών στο φάρμακο, στην ιατρική τεχνολογία και στα αναλώσιμα υγειονομικά υλικά. Τα αντίστοιχα μονοπώλια έχουν διεισδύσει στις δημόσιες υγειονομικές μονάδες, υπάρχει πλήρης εξάρτηση από αυτά και καθορίζουν τις τιμές, τους τρόπους προώθησης των προϊόντων και κατ’ επέκταση το ύψος της δαπάνης. Στο κυνήγι του κέρδους και του ανταγωνισμού, αναπτύσσονται και τα φαινόμενα διαφθοράς, με τις μίζες, την κατευθυνόμενη συνταγοργράφηση, τα “επιστημονικά ταξίδια”, κλπ. Η δυνατότητα εκπαίδευσης των γιατρών, η αναγκαία παρακολούθηση των νέων εξελίξεων στην επιστήμη, εξαρτάται και καθορίζεται, με ευθύνη του κράτους και όλων των κυβερνήσεων, σχεδόν αποκλειστικά από τις φαρμακευτικές και τις εταιρείες βιοϊατρικής τεχνολογίας. Όσο υπάρχει επιχειρηματική δράση, όσες ρυθμίσεις και να γίνουν όχι μόνο δεν θα λύνουν το πρόβλημα, αντίθετα θα το οξύνουν. Η κυβέρνηση όταν μιλάει για περιορισμό της σπατάλης στα φάρμακα, για περιορισμό των δαπανών, αναφέρεται στη μείωση των κρατικών και εργοδοτικών δαπανών, τη μεταφορά τους στους εργαζόμενους και όχι για συνολική μείωση της δαπάνης και δωρεάν παροχή ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης στο λαό.
Κριτήριο των θέσεων του ΚΚΕ για την υγεία αποτελεί το γεγονός ότι οι εργαζόμενοι είναι οι αποκλειστικοί παραγωγοί όλου του τεράστιου πλούτου υπάρχει και που μπορεί να καλύψει πλήρως, δωρεάν, αξιοποιώντας όλα τα σύγχρονα μέσα και τις ανάγκες σε υπηρεσίες υγείας για την πρόληψη, θεραπεία και αποκατάσταση, όλου του πληθυσμού χωρίς όρους και προϋποθέσεις. Αυτό απαιτεί την ανάπτυξη ενός ενιαίου συστήματος υγείας με κεντρικό σχεδιασμό, αποκλειστικά δημόσιο και δωρεάν, με κατάργηση κάθε επιχειρηματικής δράσης, με πλήρη χρηματοδότηση από τον κρατικό προϋπολογισμό. Με κοινωνικοποίηση όσων επιχειρηματικών μονάδων της υγείας πληρούν τις προϋποθέσεις.
Σε αυτή την κατεύθυνση το ΚΚΕ στηρίζει του αγώνες του ταξικού κινήματος, της συμμαχίας των εργατοϋπαλλήλων, αυτοαπασχολούμενων και φτωχών αγροτών και διεκδικεί:
1. Την πλήρη κάλυψη των νοσοκομείων και των κέντρων υγείας με πρόσληψη όλου του αναγκαίου προσωπικού, όλων των κλάδων και ειδικοτήτων με σχέση εργασίας μόνιμης, πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, με 5νθήμερο, 6ωρο, 30ωρο και 1 εφημερία τη βδομάδα στους γιατρούς, ώστε να καλύπτονται πλήρως όλες οι ανάγκες.
2. Άμεση και χωρίς όρους και προϋποθέσεις μονιμοποίηση, όλων των επικουρικών γιατρών και νοσηλευτών, των εργαζόμενων με μπλοκάκια και των συμβασιούχων.
3. Πρόσληψη όλων των ανέργων γιατρών και νοσηλευτών. Μονιμοποίηση όλων των εργαζομένων των ιδιωτικών συνεργείων.
4. Ένταξη των αυτοαπασχολούμενων υγειονομικών στο δημόσιο σύστημα υγείας.
5. Ανάπτυξη δημόσιων δωρεάν κέντρων υγείας σε όλη τη χώρα, στις πόλεις και την περιφέρεια με κριτήρια πληθυσμιακά, επιδημιολογικά, γεωγραφικά, με κατεύθυνση την πρόληψη, τη σύνδεσή τους με την οικογένεια, τους τόπους δουλειάς, εκπαίδευσης και άθλησης, τη μητέρα, το παιδί.
6.  Να καλυφθούν όλα τα νοσοκομεία και τα κέντα υγείας με επαρκή σε αριθμό και σύγχρονο ιατρομηχανολογικό εξοπλισμό.
7. Κάλυψη των χρεών των δημόσιων νοσοκομείων από τον κρατικό προϋπολογισμό. Κάλυψη των ελλειμμάτων των ασφαλιστικών ταμείων από το κράτος και τους επιχειρηματίες. Φορολόγηση του κεφαλαίου με 45%.
8. Απαγόρευση των συμβάσεων των ασφαλιστικών ταμείων με τον ιδιωτικό επιχειρηματι–κό τομέα στην υγεία.
9. Σε όλο τον πληθυσμό βιβλιάριο υγείας χωρίς όρους και προϋποθέσεις. Καμιά πληρωμή ή συμμετοχή στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, εργαστηριακές εξετάσεις, νοσήλια και θεραπείες. Κατάργηση των εισφορών των εργαζομένων, αυτοαπα–σχολούμενων, αγροτών και των συνταξιούχων στον κλάδο υγείας.
10. Απαγόρευση της νυχτερινής βάρδιας στις εγκύους μέχρι την προσχολική ηλικία των παιδιών τους και στους εργαζόμενους των μονογονεϊκών οικογενειών, μέχρι την ηλικία των 10 χρόνων των παιδιών τους.
11. Δημόσιο καθολικό, υποχρεωτικό ασφαλιστικό σύστημα. Σύνταξη στα 60 χρόνια στους άντρες, 55 στις γυναίκες και 55 – 50 αντίστοιχα στα Βαρέα Ανθυγιεινά.
12. Εξασφάλιση μέτρων υγιεινής και ασφάλειας με συγκρότηση κρατικού σώματος γιατρών εργασίας και τεχνικών ασφαλείας και λειτουργίας τους στα κέντρα υγείας.
13. 1.400€ βασικό μισθό, 1.700€ καθαρά στους νεοεισερχόμενους ειδικευόμενους. Έγκαιρη πληρωμή των εφημεριών ως υπερωριακή απασχόληση.

ΕΠΕΡΩΤΑΤΑΙ η Κυβέρνηση για την επιδείνωση της κατάστασης στις παρεχόμενες υπηρεσίες υγείας από το δημόσιο σύστημα και την πολιτική της.