Εισηγήσεις του Βαγγέλη Αποστόλου, Βουλευτή ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ και πρώην Υπουργού, στην Ειδική Μόνιμη Επιτροπή Προστασίας Περιβάλλοντος με θέμα τη συζήτηση επί των εισηγήσεων και έγκριση της Έκθεσης της Επιτροπής, για την οργάνωση της αντιπυρικής προστασίας και την αποκατάσταση των πληττόμενων περιοχών:

«Έχω γεννηθεί και μεγαλώσει σε ένα ορεινό χωριό της Β. Εύβοιας που στον ορίζοντά του αντικρίζεις σήμερα μόνο στάχτη και κάρβουνο. Αυτά που καταθέτω με τη σημερινή μου παρέμβαση στην Επιτροπή αποτελούν για μένα βιώματα και προσεγγίσεις μιας ζωής.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, πυρκαγιές στο φυσικό περιβάλλον της χώρας μας είχαμε και θα έχουμε γιατί στο μεσογειακό δασικό οικοσύστημά μας κυριαρχούν τα πυρόφιλα είδη, με βασικότερο τη χαλέπιο πεύκη. Κι αυτή η βλάστηση αν συνδυαστεί με τα μελτέμια, τις υψηλές θερμοκρασίες και το δύσκολο ανάγλυφο δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα για τους εμπρηστές. Και εμπρηστής δεν είναι η κλιματική αλλαγή. Είναι κάποιο ανθρώπινο χέρι, από τον εγκληματικά αμελή πολίτη που βάζει φωτιές για να κάψει κλαδιά, μέχρι το δημοτικό άρχοντα που παίρνουν φωτιά οι χωματερές του Δήμου του, τη ΔΕΗ με τους υποσταθμούς και τα καλώδιά της και την Πολιτεία που την επόμενη ημέρα σκέπτεται πως θα τακτοποιήσει τους καταπατητές. Η κλιματική αλλαγή επιδεινώνει και μεγεθύνει τις επιπτώσεις.

Στη χώρα μας κυριαρχούν δύο είδη πυρκαγιών, οι αγροτοδασικές, που αφορούν σε αγροτικού και δασικού χαρακτήρα εδάφη και οι περιαστικές, που αφορούν σε ένα ανθρωπογενές σύμπλεγμα δόμησης και βλάστησης. Και στις δύο χρειάζεται μια άλλη προσέγγιση.

Ξεκινώ από τις αγροτοδασικές, δηλαδή τις πυρκαγιές της επαρχίας. Όταν έγινε η μεταφορά της ευθύνης της δασοπυρόσβεσης από τη Δασική στη Πυροσβεστική Υπηρεσία το 1998 είχαμε και τότε πολλές φωτιές, αλλά ένα ελάχιστο ποσοστό εξελίσσονταν σε μεγάλες, γιατί υπήρχε έγκαιρη επέμβαση. Κι αυτή γινόταν βασικά από τους κατοίκους των πληττόμενων περιοχών, που ήταν κυρίως αγρότες και δασεργάτες, δηλαδή είχαν σχέση ζωής με τις καιγόμενες εκτάσεις.

Δυστυχώς, με τη μεταφορά αυτή άρχισε να βιώνει ο δασικός χώρος το παράδοξο, οι έχοντες ως απασχόληση τη διαχείριση του δάσους, δηλαδή οι δασικοί υπάλληλοι και όλοι οι εργαζόμενοι σε αυτό να μη συμμετέχουν όταν καιγόταν, ενώ ταυτόχρονα απομακρύνθηκαν και οι κάτοικοι που ζούσαν από και μέσα στο δάσος.

Η απουσία όμως αυτή όχι μόνο επέτρεψε στη πλειοψηφία των πυρκαγιών να γίνονται μεγάλες, αλλά και έφερε κι ένα άλλο αποτέλεσμα, την εξαφάνιση της πρόληψης και τη θεοποίηση της εναέριας καταστολής. Είναι αναμφισβήτητο ότι η ύπαρξη αρκετών εναέριων μέσων καταστολής αποτελεί πλέον αναγκαιότητα. Δεν μπορεί όμως αυτή η προσέγγιση να αναιρεί την πρόληψη ως το βασικότερο εργαλείο υπεράσπισής της. Επίσης σημαίνει αντιπυρικός σχεδιασμός και εργασίες αντιπυρικής προστασίας που ξεκινούν από καθαρισμούς και φτάνουν μέχρι τις αντιπυρικές ζώνες. Σήμερα το 99% των δασών της χώρας μας στερείται διαχειριστικών εκθέσεων και αντιπυρικών σχεδίων. Σημαίνει φύλαξη και περιπολίες στα δάση. Σήμερα τα δάση όχι μόνο δεν τα επισκέπτονται πλέον οι άνθρωποι, αλλά ούτε και μπορούν να τα σκίσουν τα αγριογούρουνα που έχουν επεκτείνει το ζωτικό τους χώρο μέχρι τις πλατείες των αστικών περιοχών.

Μα πάνω από όλα πρόληψη σημαίνει και έγκαιρη επέμβαση, δηλαδή ο χρόνος της πρώτης επέμβασης στα επεισόδια να μην ξεπερνά τα 10-15 λεπτά.

Για να υπηρετηθούν όλα αυτά όμως πρέπει να εξασφαλιστεί μια χρηματοδότηση τέτοια που τουλάχιστον θα εξισορροπεί την αντίστοιχη της καταστολής.

Παράλληλα όμως πρέπει να δούμε και μια άλλη καταστροφική οπτική. Οι πυρκαγιές αυτές αφορούν σε σημαντικό βαθμό και τον αγροτικό χώρο που συμβάλλει καθοριστικά στη διαβίωση των κατοίκων σε αυτές τις περιοχές. Περί τους 580.000 πολίτες σε όλη τη χώρα έχουν κύριο ή συμπληρωματικό εισόδημα από τη συγκεκριμένη δραστηριότητα. Ειδικά η γεωργία από τις πυρκαγιές αυτές χάνει κάθε χρόνο περισσότερα από 50.000 στρ. καλλιεργειών, αλλά και άλλες υποδομές.

Επίσης το 50% των εκτάσεων δασικού χαρακτήρα χρησιμοποιούνται πλέον και από τους κτηνοτρόφους είτε για βόσκηση, είτε για δήλωση ως επιλέξιμες στον ΟΣΔΕ για τις ενισχύσεις.

Όμως όταν οι εκτάσεις αυτές καίγονται κηρύσσονται υποχρεωτικά αναδασωτέες και χάνουν τις δυνατότητες αυτές. Γι’ αυτό και μακροπρόθεσμα πρέπει να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις εκείνες που θα επιτρέψουν στους κατοίκους των περιοχών που πλήττονται από πυρκαγιές, δηλαδή τους αγρότες, τους κτηνοτρόφους, τους δασεργάτες, τους μελισσοκόμους, να ασχολούνται ενεργά και με την αποκατάσταση και την προστασία των δασών.

Στις περιαστικές βέβαια πυρκαγιές πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα στη συμμετοχή της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και στην οργάνωση της εθελοντικής δράσης.

Όλοι όσοι ασχολούνται σήμερα με την δασοπυρόσβεση χρειάζονται, αρκεί να έχουν συγκεκριμένους ρόλους στη συνεργασία.

Μια τέτοια πορεία στο μέλλον θα δημιουργήσει και τις προϋποθέσεις ενός ορθού συντονισμού από αυτούς που θα γνωρίζουν καλύτερα όλες τις παραμέτρους που επηρεάζουν την πορεία κάθε επεισοδίου αρκεί προηγούμενα να έχει στελεχωθεί με το απαραίτητο προσωπικό και τους απαιτούμενους πόρους.

Το κυρίαρχο όμως μέλημα της επόμενης ημέρας, στις πληγείσες από πυρκαγιές περιοχές, αποτελεί ο σχεδιασμός και η υλοποίηση εκείνων των παρεμβάσεων που θα διασφαλίσουν τη περιβαλλοντική αποκατάσταση.

Πρώτο βήμα η οριοθέτηση των καμένων και η καταγραφή τους, από την οποία πρέπει να αναδειχτούν, χωριστά, οι καταστροφές στα δασικού, αγροτικού και αστικού χαρακτήρα εδάφη.

Τα δασικά κηρύσσονται άμεσα αναδασωτέα σύμφωνα με το άρθρο 117 παρ. 3 που αναφέρει ότι κι αυτό ισχύει και για τις εκτάσεις που έχουν κηρυχθεί αναδασωτέες από προηγούμενες πυρκαγιές, δηλαδή η εκ νέου κήρυξή τους είναι υποχρεωτική. Η πράξη κήρυξης αναδασωτέων των καμένων εκτάσεων πρέπει να παρακολουθείται μέχρι την ολοκλήρωσή της, μη επιτρεπομένης της αναστολής ή της κατάργησής της, αφού πρόκειται για υποχρέωση της Πολιτείας που έχει άμεση σχέση με συνταγματική υποχρέωση.

Μέχρι σήμερα συμβαίνει το παράδοξο: Καμία πράξη κήρυξης αναδασωτέων, δηλαδή από το 1975 που θεσπίστηκε συνταγματικά η συγκεκριμένη δέσμευση, δεν έχει ολοκληρωθεί, δηλαδή δεν εξετάστηκαν τα αποτελέσματα της συγκεκριμένης πράξης.

Οι ζημιές στις υπόλοιπες εκτάσεις και στα ακίνητα πρέπει επίσης να καταγράφονται γιατί συνδέονται με τη διαβίωση των πληγέντων. Είναι πολλοί οι κάτοικοι που έχουν σχέση ζωής με όλες αυτές τις εκτάσεις, είτε με κύριο, είτε με συμπληρωματικό εισόδημα και γι αυτό το πρώτο που ζητούν είναι να τους καταβληθούν έγκαιρα οι αποζημιώσεις και οι ενισχύσεις που δικαιούνται.

Πάνω από όλα όμως βασικό ζητούμενο για αυτούς είναι να μείνουν στις ρίζες τους, να συνεχίσουν τη δουλειά που είχαν ή και μια άλλη που θα τους προτείνονταν.

Την ίδια βέβαια στιγμή πρέπει να αρχίσουν οι εργασίες περιβαλλοντικής αποκατάστασης, δηλαδή της αντιδιαβρωτικής και αντιπλημμυρικής προστασίας των καμένων, εργασίες που πρέπει να εκτελεστούν πριν μπει ο Χειμώνας.

Στην περιβαλλοντική αποκατάσταση πρέπει να ενταχθεί και η αντιμετώπιση της καμένης ξυλείας. Χρειάζεται να γίνουν υλοτομίες για να απομακρυνθεί το πολύ σε 2 χρόνια από την πυρκαγιά.

Κι επειδή πολλά λέγονται για νέα δάση μετά τις πυρκαγιές, που αφήνουν ακόμη ανοιχτά ζητήματα αλλαγής χρήσης, να ξεκαθαριστούν από την αρχή δύο πράγματα:

1) Όχι μόνο πρέπει να αφήνεται στη φύση το αναγεννητικό έργο, αλλά και να βοηθιέται γι αυτό και

2) η δασοπροστασία ως δραστηριότητα να ανήκει αποκλειστικά στους ανθρώπους του Δάσους.

Σχετικά όμως με τα δάση, καμένα και μη, θα εμφανιστούν και πολλά ζητήματα που πρέπει να απαντηθούν, όπως της κυριότητας, της δάσωσης αγρών, της λειτουργίας των αναγκαστικών δασικών συνεταιρισμών, αλλά και των συνεταιρισμών εργασίας.

Πριν από την καταστροφή γύρω από τα δάση, δραστηριοποιούνταν κι ένας κόσμος που η σχέση του με το δάσος ήταν αυτή που του εξασφάλισε τη παραμονή στα χωριά του, όπως οι ρητινοκαλλιεργητές που η δραστηριότητά τους συνδέεται με τη Χαλέπιο πεύκη, το κατ΄ εξοχήν πυρόφιλο είδος που υφίσταται τις μεγαλύτερες καταστροφές, οι δασεργάτες, και τα μέλη των δασικών συνεταιρισμών. Όλοι αυτοί λόγω της καταστροφής πρέπει να απασχοληθούν με εργασίες διαχείρισης των δασών, από την καλλιέργεια μέχρι τη φύλαξη.

Για τους ρητινοκαλλιεργητές, που αποτελούν και την πλειονότητα, αυτό πρέπει να γίνει μέχρι να δοθεί η δυνατότητα επαναπροσέγγισης της ρητινοκαλλιέργειας. Για τους υπόλοιπους η δασική απασχόληση να εξακολουθήσει να υπάρχει, ιδιαίτερα στη διαχείριση και την πρόληψη.

Πρέπει όμως να φροντίσουμε και δύο άλλες δραστηριότητες που έχουν σχέση με τα δάση και υπέστησαν μεγάλες ζημιές. Αυτές είναι η αιγοπροβατοτροφία και η μελισσοκομία.

Πέραν της εξασφάλισης ζωοτροφών οφείλουμε να βρούμε και τις εκτάσεις εκείνες που θα επιτρέπουν την άσκηση των συγκεκριμένων δραστηριοτήτων. Η κατάσταση είναι πιο δύσκολη για τους κτηνοτρόφους, αλλά πρέπει να βρεθεί μια λύση χαρακτηρισμού ως βοσκήσιμων γαιών συγκεκριμένων χορτολιβαδικών εκτάσεων εκτάσεων με χαμηλή ξυλώδη βλάστησης και απόδοσής τους στην κτηνοτροφία.

Όλα τα παραπάνω αποτελούν μια ολιστική προσέγγιση για ένα δάσος που μπορεί να επανέλθει στην προτέρα κατάσταση. Παρέμβαση διαφοροποίησης της βλάστησης μπορεί και πρέπει να υπάρξει σε σημεία που η αναγέννηση δεν θα προχωρήσει και ιδιαίτερα σε περιοχές γύρω από χωριά και οικισμούς, όπου μπορούν να χρησιμοποιηθούν κυρίως δασικά είδη που καθυστερούν την επέκταση των πυρκαγιών, αλλά και διασφαλίζουν στους κατοίκους κάποιο εισόδημα.

Με μια τέτοια συστηματική υπηρέτηση όλων των παραπάνω είναι σίγουρο ότι όλο το φυσικό περιβάλλον που καταστράφηκε μπορεί να επανέλθει στη προτέρα της καταστροφής κατάσταση, η οποία θα επιτρέψει σε όλους όσους είχαν κάποια σχέση με την αποκατάσταση, να συνεχίσουν και με τη προστασία του.»

Ακολουθείστε μας στο Google News