Την άποψή της με αφορμή και τον ανοιχτό αρχιτεκτονικό διαγωνισμό για τη Δημοτική Αγορά Χαλκίδας που θα διεξαχθεί σε λίγες ημέρες, καταθέτει μέσω επιστολής της η Αρχιτέκτονας και Ειδικός στην Μελέτη και Αναστήλωση Μνημείων Rosalba Lombardo.

Στις 19/09/2016 έκλεισαν οι συμμετοχές του ανοιχτού αρχιτεκτονικού διαγωνισμού για τη Δημοτική Αγορά Χαλκίδας.
Βρισκόμαστε σε ένα λεπτό σημείο, σε σημείο καμπής. Μπορούμε να είμαστε ικανοποιημένοι μέχρι τώρα, εφόσον, παρά την ανικανότητα να το προστατεύσουμε, να το προφυλάξουμε από βανδαλισμούς και αλλοιώσεις, το σύνολο συγκρότημα βρίσκεται ακόμη εκεί, περιμένοντας να ξαναπάρει ζωή και να επαναπροσφέρει τη σωστή αξία όχι μόνο στην περιοχή όπου βρίσκεται, αλλά σε όλη την πόλη, με την ελπίδα να είναι «πυρήνας» και επίκεντρο. Μιλώντας για το όλο συγκρότημα, θεωρώ πως δεν αδικώ τους διάφορους επιστήμονες, οι οποίοι σε συνεδρίαση του Κ.Σ.Μ.Ν. (το 2005) χαρακτήρισαν ως «Μνημείο» όλη την Αγορά, αλλά και τους επόμενους, οι οποίοι, το 2015, χαρακτήρισαν «Μνημείο» το κτήριο του Σ. Κυδωνιάτη και αποφάνθηκαν για «διατήρηση των αυθεντικών μορφολογικών και αρχιτεκτονικών στοιχείων». Σύμφωνα με αυτά, γνωρίζουμε πως από τέτοια στοιχεία είναι γεμάτη όλη η Αγορά. Κάθε στοιχείο «μιλάει» από μόνο του· ακόμη και το κατασκευαστικό υλικό, η απλή πέτρα, αποτελώντας κομμάτι ενός μέρους του γείσου που παρέμεινε, από υλικό κατασκευαστικό μετατρέπεται σε στοιχείο μορφολογικό και τυπικό. Παρόμοια και το κατώφλι ενός παραθύρου, η κοπή ενός ανοίγματος, ο πέτρινος πάγκος, το μαρμάρινο πλακόστρωτο…Βεβαίως, θα μπορούσαν να διατηρηθούν πολλά άλλα στοιχεία από σφυρήλατο σίδερο, τα οποία, δυστυχώς, αποκόπηκαν χωρίς κανένα σεβασμό.
Αλλά για ποιον σεβασμό γίνεται λόγος; Για να υπάρξει σεβασμός και πραγματική εκτίμηση πρέπει να αναγνωρίζεται η αξία, να αποδίδεται αγάπη στο αντικείμενο και να φυλάσσεται ως το πολυτιμότερο πράγμα. Πού ήταν λοιπόν ο σεβασμός αυτός από τις αρμόδιες αρχές; Βρίσκω ανώφελο, εν προκειμένω, να μακρηγορήσω πάνω σ’ αυτό, και θα ήθελα να επανέλθω στο ότι ολόκληρο το συγκρότημα είναι εδώ περιμένοντας να ξαναπάρει ζωή, να αναγεννηθεί. Προσοχή, όμως, λέμε να αναγεννηθεί, όχι να γίνει κάτι διαφορετικό-αλλοιωμένο, υπό την (προ)οπτική/προϋπόθεση του «σύγχρονου». Στο σημείο αυτό, κάνω έκκληση στην κριτική ικανότητα, στην έμπνευση και στο σεβασμό των συναδέλφων. Το μνημείο είναι εδώ, με όλα τα χαρακτηριστικά του, πεσμένο μεν σε ένα μέρος, οπωσδήποτε φθαρμένο από τα χρόνια, αλλά με καθοριστικά και ισχυρά αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά, με ιδιαίτερο «ρυθμό», ύψος, αναλογίες, ανοίγματα τέτοια, επειδή ακριβώς σχεδιάστηκε για αυτόν τον ειδικό χώρο, και αναφέρομαι στα κτίσματα και των δύο φάσεων κατασκευής. Στη δεύτερη φάση μάλιστα ο Κυδωνιάτης είχε τη σεμνότητα, το γούστο και την καλαισθησία να συσσωματώσει αρμονικά -σεβόμενος και αγκαλιάζοντας τον περίγυρο με την αξονικότητα των εισόδων πάνω στις σκάλες (σημ. 1)- το καινούριο με το προϋπάρχον, δημιουργώντας ένα λειτουργικό σύνολο. Στο ίδιο δύσκολο καθήκον καλούμαστε σήμερα, να επανεντάξουμε ένα σύνολο, εν προκειμένω ένα μνημείο, όπως αυτό εμμένει εντός ενός συγκεκριμένου περιγύρου, σε έναν ευρύτερο αστικό ιστό, ο οποίος χαρακτηρίζεται σήμερα από την ακαλαίσθητη εικόνα της Πλατείας Αγοράς (σημ. 2, 3) της οποίας η ατυχής πραγματοποίηση διέρρηξε τον στενό δεσμό μεταξύ Αγοράς και Πλατείας. Προσβάλλει τον περίγυρο, με τον όγκο της κρύβει τα κλίνοντα προς αυτήν ιστορικά κτήρια, που καταπνίγονται από νέα οικοδομήματα (σημ. 4). Πρέπει να τους ξαναδώσουμε αξιοπρέπεια, να τα απαλλάξουμε από προσβλητικές τεράστιες ταμπέλες ή/και τέντες. Να εφαρμόσουμε ένα σχέδιο χρώματος, που θα μπορέσει σίγουρα να βοηθήσει ώστε να «αναπνεύσουν» τα κτήρια αξίας, που ασφυκτιούν εξαιτίας των καινούριων οικοδομημάτων. Η επανάπλαση του συνόλου απαιτεί θαρραλέες επιλογές· η ζωή του ιστορικού κέντρου της πόλης δεν μπορεί να καθορίζεται από λανθασμένες επιλογές. Ο πολίτης έχει το δικαίωμα να απολαμβάνει όλους τους χώρους, να ζει την πόλη του. Το κέντρο δεν μπορεί να είναι ένα πάρκινγκ, και, προπάντων, κάθε επιλογή να περιστρέφεται γύρω από αυτό: το λάθος!
Πρέπει να ξαναβρούμε σχέσεις χαμένες, τη χαμένη ποιότητα της ζωής. Δεν εννοώ, βέβαια, ότι πρέπει να γίνουμε «σκληρωτικοί», να προσκολληθούμε σε ένα μακρινό παρελθόν, αλλά να ξαναδώσουμε τη σωστή αξία στις μαρτυρίες του παρελθόντος που έφτασαν σε εμάς, να ξαναδώσουμε ιστορική συνέχεια και συνοχή στην πόλη, να της αποκαταστήσουμε την απολεσθείσα ζωτικότητα, έτσι ώστε ο πολίτης της να νιώθει ολοκληρωτικό μέλος της. Ως προς την Αγορά, κυρίαρχο αντικείμενο γύρω από το οποίο περιστρέφονται όλα όσα μόλις είπαμε, πρέπει να υπογραμμιστεί πως, σε μία σχεδιαστική οπτική, δεν θα γίνουν αποδεκτές μειώσεις, βολικά κοψίματα και «θυσίες», από τη στιγμή που μπορούν να προληφθούν. Κάθε δυσκολία θα γίνει ερέθισμα για τον σχεδιαστή, ο οποίος είναι όντως τέτοιος μόνο εάν έχει την ικανότητα να τις λύσει, και οφείλει να έχει «ευαισθησία και παιδεία κριτικού». 
Μεταφέρω επ’ ευκαιρία τρεις (3) θεμελιώδεις αρχές που αναφέρει ο G. Carbonara στην «Αποκατάσταση της εικόνας» («La reintegrazione dell’ immagine»), αναφερόμενος στην ευρύτερη πραγματεία του Brandi:
1) Η αναστήλωση είναι έργο κριτικό,
α. απευθυνόμενο στην αναγνώριση του έργου τέχνης
β. στραμμένο στην ανασύνθεση του αυθεντικού «κειμένου» του έργου
γ. προσεκτικό στην «κρίση της αξίας», που είναι απαραίτητη για να ξεπεραστεί –μπροστά στο ιδιαίτερο πρόβλημα των προσθηκών– η αντίθεση ανάμεσα στα δύο ζητούμενα, το ιστορικό και το αισθητικό.
2) Στον χειρισμό του έργου τέχνης, η αναστήλωση οφείλει να παράσχει προνόμια στο αισθητικό αίτημα («που ανταποκρίνεται στο βασικό γεγονός της καλλιτεχνίας, για την οποία το έργο είναι έργο τέχνης»).
3) To έργο τέχνης εκλαμβάνεται στην πλέον ευρεία ολότητά του (ως εικόνα και ως υλική σύσταση, τακτοποιώντας στην τελευταία «ακόμη και άλλα στοιχεία, που μεσολαβούν μεταξύ του έργου και του παρατηρητή) και, συνεπώς, η αναστήλωση θεωρείται ως παρέμβαση στην ύλη, αλλά και ως διάσωση των περιβαλλοντικών συνθηκών που θα διασφαλίζουν την απόλαυση του έργου, και, όπου είναι απαραίτητο, ως λύση του δεσμού μεταξύ του φυσικού χώρου –στον οποίο κείνται το έργο και ο παρατηρητής– και της καθαυτής χωρικότητας του έργου.
Με τον Brandi, ως προς τη σύλληψη της αναστήλωσης ως έργου κριτικού, συμφωνεί ο Philippot, ο οποίος ακόμη περισσότερο εκφράζει την αναγκαιότητα, την υπερίσχυση, επί των ιστορικών όψεων, του αισθητικού αιτήματος. Μπροστά σε ένα έργο κομματιασμένο, ευρισκόμενο σε κα-τάσταση ερείπωσης (που δεν είναι βέβαια η περίπτωσή μας), ο Philippot υποστηρίζει την αναγκαιότητα να επέμβουμε με ένα αποφασιστικό δημιουργικό ζήλο, χρησιμοποιώντας τα εργαλεία της τέχνης και της σύγχρονης αρχιτεκτονικής, πάντοτε όμως μέσα στα όρια ενός αυστηρού κριτικού ελέγχου: «η λεπτομερής αποτίμηση, μέσω μιας βαθειάς μελέτης του μνημείου ή του συνόλου των κτισμάτων, πρέπει πάντοτε να προηγείται από οποιαδήποτε μελέτη προσαρμογής σε νέες λειτουργίες. Σε αντίθετη περίπτωση, η αναστήλωση θα αποβεί, αναπόφευκτα, μια άσκηση της σύγχρονης αρχιτεκτονικής εις βάρος των παλαιών κτισμάτων (σημ. 5).
Πολλαπλές είναι οι λανθασμένες συμπεριφορές που μπορούν να γίνουν έναντι του έργου. Ο Calvesi μιλάει για «φανατικούς της αποκατάστασης» σε φυγή προς ένα μυθικό παρελθόν, για «κατεδαφιστές» σε τροχάδην προς το μέλλον, και για «εξωραϊστές», που μυθοποιούν το παρόν σε αντιιστορικό πλαίσιο. Σίγουρα, έχοντας το καθήκον να διατηρήσουμε, πρέπει να αναστηλώσουμε και, συνεπώς, όπως λέει ο Pane, πρέπει να εκθέσουμε το έργο σε ρίσκο: «Στην αναστήλωση, το σημείο της εκλογής και της επιλογής είναι ανυπέρθετο, είναι μόνο να το οδηγούμε σύμφωνα με κριτήρια κουλτούρας, έστω και καθορισμένα ιστορικά, και όχι ψευδοκουλτούρας (αντιπροσωπευτικά, συμβολικά) ή, ακόμη χειρότερα, αντικουλτούρας (ωφελιμιστικά, εμπορικά). […] Η αναστήλωση, εκλαμβανόμενη ως τροποποίηση της εικαστικής εικόνας με μέσα επίσης εικαστικά, δεν μπορεί να μην αφορά δημιουργικές όψεις. […] Κριτική και δημιουργικότητα συνιστούν τους δύο όρους της διαλεκτικής σχέσης γύρω από την οποία δεν είναι δυνατόν να μην περιστρέφεται η προβληματική της αναστήλωσης» (σημ. 6). Χρειάζεται προσοχή να μην παρερμηνευτεί ο όρος «δημιουργικότητα», και για να αποσαφηνιστεί η έννοια αναφέρω όσα ήδη εκφράστηκαν από τον G. Carbonara: «Σοβαροί οι κίνδυνοι μιας δημιουργικότητας χωρίς έλεγχο, που στερείται δηλαδή οδηγού και κριτικών αναφορών, εντεινόμενης όπως στην τρέχουσα πρακτική, είτε λόγω ενεργής άγνοιας ή ιδιάζουσας ανικανότητας, είτε, ευκολότερα, λόγω οικονομικών πιέσεων που αναπτύσσονται κρυφά, η περίπτωση της “υπερβολής της δημιουργικότητας” (με άλλα λόγια, της καταστροφής και της ανακατασκευής του μνημείου σε μοντέρνες μορφές, εν είδει της ονομαζόμενης “ελάσσονος αρχιτεκτονικής”) τείνει να γίνει, αντί για ασυνήθης, σχεδόν συνήθης· κι αυτό, όταν απομακρυνόμαστε περισσότερο από τις συστάσεις της φιλολογικής αναστήλωσης, που, όπως ήδη ειπώθηκε, μόνο για τη συντηρητική αυστηρότητά της θα είχε αποκτήσει άσβεστες τιμές στην ιστορία της αναστήλωσης» (σημ. 7).
Κατά τη γνώμη μου, στο σφάλμα της «υπερβολής της δημιουργικότητας» μπορεί να υπεισέλθει η τάση της αντικατάστασης ενός παλαιού κτηρίου με μία μοντέρνα κατασκευή ίδιας μάζας, ύψους, χρώματος. Γι’ αυτήν την περίπτωση ο Brandi υποστηρίζει πως αυτή εκτίθεται είτε σε μια ιστορική βλάβη –από τη στιγμή που η αντικατάσταση θα ενέπλεκε μια καταστροφή– είτε σε μια βλάβη αισθητική, εφόσον η παρείσφρηση μιας πραγματικής μοντέρνας αρχιτεκτονικής σε μια παλαιά σύνθεση είναι απαράδεκτη. Έτσι, ο G. Carbonara καθορίζει με ακρίβεια ότι, ακόμη κι αν πρόκειται για κάποιο παλαιό κτήριο όχι υψηλής αξίας, η αντικατάστασή του με ένα μοντέρνο είναι αδιανόητη σε επίπεδο πολιτισμικό και ηθικό. Πάνω στο ζήτημα είναι σημαντική και η προσφορά τού G. Miarelli Maniani (σημ. 8).
Κανόνες όπως το Γενικό Ρυθμιστικό Σχέδιο της Ρώμης, που επέτρεψαν την ανακατασκευή μεμονωμένων συνόλων για τη διατήρηση των όγκων και των επιφανειών, αποδείχθηκαν εντελώς ακατάλληλοι, ανοίγοντας το δρόμο μόνο στην κερδοσκοπία και στις καταχρήσεις. Για να μη μιλήσουμε για το αποτέλεσμα της παραβολής Παλαιού-Νέου. Το καινούριο, παρεισφρέοντας σε μία ιστορική συνάφεια και, περισσότερο μνημειακή, επιφέρει τον κίνδυνο να διαταράξει το όλο σύμπλεγμα, του αλλοιώνει την όψη. Για να ξεπεραστεί το πρόβλημα, δεν αρκεί να καλυφθεί πίσω από μια παρέμβαση θεμελιώδη ή, ακόμη χειρότερα, ουδέτερη –το ουδέτερο δεν είναι υπαρκτό. Πολυάριθμα είναι τα παλαιότερα και σύγχρονα παραδείγματα που η ανεξέλεγκτη χρήση νέων υλικών, ως λύση της προσέγγισης του παλαιού, κατέστρεψε ανεπανόρθωτα το προϋπάρχον έργο από πλευράς εικαστικής και υλικής. Και αυτό συνέβη λόγω υλικών μη δοκιμασμένων στον χρόνο (τσιμέντο στις κοιλότητες του Ναού της Ομόνοιας στον Ακράγαντα) είτε λόγω ακατάλληλης χρήσης και ελλιπούς συντήρησης (Θέατρο της Μινώας Ηράκλειας) είτε επειδή τα υλικά δεν ήταν κατάλληλα για τις κλιματικές συνθήκες της περιοχής (διαδεδομένη χρήση του γυαλιού ως εύκολης λύσης για επικάλυψη).
Μόνο μια συμπεριφορά κριτική σε ύψιστο επίπεδο μπορεί να μας βοηθήσει στη σχεδιαστική επιλογή, ώστε να αξιολογήσουμε με ωριμότητα και περίσκεψη τις κατάλληλες παρεμβολές ή μετατροπές, αυστηρά απαραίτητες για τη λειτουργικότητα του συνολικού συμπλέγματος.
Το ίδιο το μνημείο θα μας υποδείξει τον δρόμο να ενεργήσουμε, φτάνει να σταθούμε και να το εξετάσουμε με πνεύμα κριτικό και καθαρό.
1.…. «..μνημειακές μαρμάρινες κλίμακες που κατασκευάστηκαν και καταλήγουν στην άσφαλτο σήμερα της οδού Νεοφύτου»…’ και «μαρτυρούν την επικοινωνία»…με την Πλατεία Αγοράς.
Μερικές αλήθειες για τη Δημοτική Αγορά της Χαλκίδας
ΔΙΑΣΩΣΗ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ- ΕΠΑΝΑΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΑΓΟΡΑΣ ΧΑΛΚΙΔΑΣ ΤΕΥΧΟΣ ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗΣ ΧΑΛΚΙΔΑ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2014
2. … «όγκων από μπετόν» ΤΕΥΧΟΣ ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗΣ ΧΑΛΚΙΔΑ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2014
3. « Σημειώνεται με έμφαση ότι η παλαια «Πλατεία Εμπορων» έχει ήδη αλλοιωθεί με την κατασκευή του υπόγειου σταθμού στάθμευσης αυτοκινήτων και τις οικοδομήσεις πολυκατοικιών επι των οδών που την περιβάλλουν. Δυστυχώς η ανακατασκευή κάποιων «επιπέδων», παιδικών χαρών και άλλων στοιχείων τα όποια δεν έχουν καμία ενότητα ούτε καν προθέσεις αρχιτεκτονικής σύνθεσης. Έγιναν απλά για να δικαιολογήσουν την καταστροφή της παλιάς νεοκλασικής πλατειάς …» σημείωση 13, σ. 25 σ. 13 στη ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΜΟΝΙΜΗ  ΕΠΙΤΡΟΠΗ  ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΘΕΜΑΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ Χαλκίδα 01.7.2010  
4. Προτάσεις για τους όρους δόμησης  των γύρω από την Αγορά και την Πλατεία οικοδομικών τετραγώνων. Σ. 15 ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΜΟΝΙΜΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΘΕΜΑΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ Χαλκίδα 01.7.2010
5. LA REINTEGRAZIONE  DELL`IMMAGINE G.Carbonara pp.81-82
6. LA REINTEGRAZIONE DELL`IMMAGINE G.Carbonara pp.89-90
7. LA REINTEGRAZIONE  DELL`IMMAGINE G.Carbonara pp.91-92
8. BOLLETTINO DELLA SOCIETA` TARQUINIENSE DI ARTE E STORIA TARQUINIA 1974 PP.1-16  CENTRI STORICI : problemi duraturi, aspetti mutevoli. G.Miarelli Mariani l`a. vi ribadisce chiaramente la necessita` di giungere «attraverso gli strumenti della critica storica.. a riconoscere» il carattere «di irriproducibile testimonianza ad un prodotto architettonico od edilizio», con il susseguente «diritto di essere protetto» ( p.3),al di la` di ogni considerazione sulla sua antichita. in la  reintegrazione  dell`immagine pp.159