O πρώην Δήμαρχος Αυλωναρίου και υποψήφιος Περιφερειακός Σύμβουλος στις αυτοδιοικητικές εκλογές του 2019 Δημήτρης Κατσούλης γράφει για την ενεργειακή κρίση.

Η ενεργειακή φτώχεια ως αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης, της επικυριαρχίας των μεγάλων κερδοσκόπων στην αγορά ενέργειας αλλά, τελευταία, και των συνεπειών του πολέμου της Ρωσίας στην Ουκρανία έχει ενταθεί και προβλέπεται ότι θα λάβει δραματικές διαστάσεις.

Οι επιπτώσεις της ενεργειακής κρίσης στην τοπική αυτοδιοίκηση και ιδίως στους Δήμους έχει διττό περιεχόμενο: αναφέρεται στην ενεργειακή φτωχοποίηση διαρκώς μεγαλύτερου μέρους της τοπικής κοινωνίας και καθιστά αναποτελεσματικά όποια, όντως αδύναμα, εργαλεία παρέμβασης είχε ο Δήμος. Αναφέρεται όμως και στην ραγδαία και, ίσως στο άμεσο μέλλον, ανεξέλεγκτη αύξηση του κόστους λειτουργίας των δημοτικών υποδομών και ιδίως των ενεργοβόρων υποδομών ύδρευσης και αποχέτευσης αλλά και των σχολικών μονάδων, των κοινωνικών δομών και της διοίκησης. Ήδη η αύξηση του κόστους των καυσίμων καθιστά δύσκολη την χρηματοδότηση της θέρμανσης στα Σχολεία και μόνο ο γρήγορος ερχομός της άνοιξης και η μεταβολή των καιρικών συνθηκών με συνακόλουθη την μείωση της χρήσης του δικτύου θέρμανσης μπορεί να σώσει την κατάσταση έως το φθινόπωρο. Μετά κανείς δεν ξέρει. Το ίδιο και για τις άλλες δομές κοινωνικής φροντίδας όπως οι παιδικοί και βρεφονηπιακού σταθμοί κ.ο.κ.

Οι Δήμοι καταβάλλουν μεγάλα ποσά για τον ηλεκτροφωτισμό τα οποία εισπράττονται με συμψηφισμό από τον ΔΕΔΗΕ που συνήθως μειώνει την πραγματική απόδοση των δημοτικών τελών ηλεκτροφωτισμού. Η αύξηση της τιμής της ηλεκτρικής ενέργειας θα συμπιέσει τα έσοδα των δήμων από τα τέλη ηλεκτροφωτισμού και ενδέχεται σταδιακά να φέρει σκοτάδι στις πόλεις και τα χωριά ή αύξηση των δημοτικών τελών ηλεκτροφωτισμού.

Συνεπώς η ενεργειακή φτώχεια δεν αφορά την τοπική αυτοδιοίκηση μόνο ως διαχειριστή των υποθέσεων της τοπικής κοινωνίας αλλά ως μεγάλο καταναλωτή ενέργειας ο οποίος ίσως βρεθεί ο ίδιος στο φάσμα της φτώχειας.

Η συγκυρία, σε συνδυασμό με την ήδη εξελισσόμενη ενεργειακή μετάβαση στην πράσινη ενέργεια και δη στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, μεταβάλλει τον ρόλο που μπορεί να έχει η τοπική αυτοδιοίκηση στην νέα ενεργειακή εποχή. Εξάλλου η τοπική αυτοδιοίκηση ως μεγάλος καταναλωτής ενέργειας οφείλει να αναλάβει δραστικές πρωτοβουλίες και για την μείωση της κατανάλωσης με την λήψη μέτρων εξοικονόμησης ενέργειας. Η μείωση της κατανάλωσης είναι η μία όψη του νομίσματος της ενεργειακής πολιτικής των Δήμων. Η άλλη είναι η πρωτοποριακή συμμετοχή τους στην παραγωγή της ενέργειας με Ανανεώσιμες Πηγές.

Η απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα και η προώθηση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας μεταβάλλει ή -ορθότερα- οφείλει να μεταβάλλει το δικαίωμα ιδιοκτησίας στις πηγές. Ο αέρας και ο ήλιος αλλά, ενίοτ, και η γεωθερμία δεν πρέπει να ανήκουν ως πηγές ενέργειας στην αποκλειστική εκμετάλλευση από τους λίγους αλλά να αποτελούν δικαίωμα των πολλών, σε τελική ανάλυση των ίδιων των καταναλωτών διότι όλοι μπορούμε να συμμετέχουμε στην παραγωγή ενέργειας από τον ήλιο και τον άνεμο.

Το δικαίωμα στην αυτοπαραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές είναι η καρδιά ενός συλλογικού κοινωνικού και πολιτικού δικαιώματος που γεννιέται στις μέρες μας, του δικαιώματος στην «ενεργειακή δημοκρατία».

Η «ενεργειακή δημοκρατία» ως αίτημα-δικαίωμα των πολιτών αλλά και της κοινωνίας είναι κάτι παραπάνω από μία διεκδίκηση. Είναι ένα από τα κλειδιά για να εδραιωθεί η κοινωνική και πολιτική πραγματική δημοκρατία στην εποχή της λεγόμενης «πράσινης ενέργειας», για να πολεμήσουν οι κοινωνίες ενάντια στις οικονομικές ελίτ που κυριαρχούν στην ενέργεια και πραγματώνουν την μετάβαση ως αλλαγή των πηγών ενέργειας και όχι ως αλλαγή των οικονομικών και κοινωνικών συσχετισμών έτσι ώστε η «πράσινη εποχή» να είναι εποχή κοινωνικής και πολιτικής δημοκρατίας, εποχή αειφορίας και ανθρωποκεντρικής ανάπτυξης.

Το διακύβευμα είναι πρωτίστως κοινωνικό και ιδεολογικοπολιτικό. Η ενέργεια είναι ταυτόχρονα το νέο πεδίο αλλά και το κλειδί για το πέρασμα σε μία άλλη εποχή ευημερίας. Αυτή πρέπει να γίνει εποχή ευημερίας και κοινωνικής δικαιοσύνης για τους πολλούς.

Ο ρόλος της τοπικής αυτοδιοίκησης σε αυτό τον κοινωνικοπολιτικό στόχο οφείλει να είναι πρωταγωνιστικός εάν θέλει να αποτελέσει πράγματι μοχλό της πολυεπίπεδης δημοκρατικής διακυβέρνησης, πεδίο του αποκεντρωμένου κράτους και όχι θεατή και υποτακτικό του πιο σκληρού συγκεντρωτικού κράτους της Ευρώπης. Είναι ένα νέο εύφορο πεδίο θεσμικής αναγέννησης που αφορά την καρδιά της μετάβασης στην νέα εποχή.

Η τοπική αυτοδιοίκηση έχει και στην Ελλάδα, όπως στην υπόλοιπη Ευρώπη, το βασικό θεσμικό πλαίσιο για να αναλάβει πρωτοβουλίες. Πρόκειται για την θεσμό των Ενεργειακών Κοινοτήτων. Με αφετηρία τις διατάξεις του Ν. 4513/2018 μπορεί να καταστρώσει ένα πλαίσιο διεκδίκησης για καλύτερες και πλέον υποστηρικτικές θεσμικές διατάξεις και να οργανώσει στο πλαίσιο της κάθε τοπικής κοινωνίας σε συνεργασία με τους κοινωνικούς φορείς ένα συλλογικό, συνεταιριστικό σύστημα αυτοπαραγωγής ενέργειας, κάλυψης των κρίσιμων αναγκών, προστασίας των ευάλωτων ενεργειακά νοικοκυριών, εξάλειψης της ενεργειακής φτώχιας.

Σήμερα, υπό συνθήκες απαισιόδοξες, η τοπική αυτοδιοίκηση αντί να διατυπώνει τους φόβους, να εντοπίζει τους κινδύνους και να εκλιπαρεί το κεντρικό κράτος για βοήθεια, οφείλει να ενωθεί με τους κοινωνικούς φορείς και τους πολίτες, να καταστρώσει τοπικό σχέδιο ενεργειακής δημοκρατίας, να διεκδικήσει ευνοϊκότερο θεσμικό πλαίσιο και πόρους σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο και να συγκροτήσει Ενεργειακές Κοινότητες παραγωγής Ενέργειας και εφαρμογής πολιτικών εξοικονόμησης με βάση τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, διεκδικώντας μερίδιο στην αγορά πράσινης ενέργειας διαρκώς αυξανόμενο με πρώτο ορίζοντα το 2030.

Επειδή ήδη η τρέχουσα θητεία βαίνει στην τελική της φάση και οι διεργασίες για την επόμενη εντολή ξεκινούν νομίζουμε ότι είναι κρίσιμο και σημαντικό να αποτελέσει η ενεργειακή δημοκρατία και ο σχεδιασμός της βασικό πρόσταγμα των προγραμμάτων δημοτικής πολιτικής που θα τεθούν στην κρίση των πολιτών.

Ακολουθείστε μας στο Google News