Ο Ιστορικός – Αρχαιολόγος κ. Νικόλαος Καρατζάς κάνει αναφορά στο άρθρο του Θ. Θεοχάρη, στην εφημερίδα «Ευβοϊκός Λόγος, 1958» όπου περιγράφει με νοσταλγικό τρόπο της ομορφιές της παλιάς Χαλκίδας.

Στην Χαλκίδα που δίνει την εικόνα μιας θάλασσας από σπίτια να ενώνονται με το νερό που βρίσκεται σιμά της, σχολιάζει ο Ιστορικός – Αρχαιολόγος κ. Νικόλαος Καρατζάς την περιγραφή του Θ. Θεοχάρη.
Εφημερίδα: «Ευβοϊκός Λόγος, 1958» σελ. 86.
Η Χαλκίδα του 1958 μέσα από τα μάτια του Θ. Θεοχάρη.
Τα αρχεία, ως μέρος της Πολιτισμικής μας Κληρονομιάς αποτελούν πρωτογενείς πηγές πολύτιμες για την έρευνα ενός επιστήμονα και όχι μόνο, όπου χάρη στη ποικιλομορφία του αρχειακού υλικού προσφέρουν πρωτογενείς πληροφορίες για πολλούς κλάδους επιστημών. 
Κατά την έρευνα στα έντυπα μέσα πληροφόρησης του περασμένου αιώνος, «έπεσα» σε ένα άρθρο της Εφημερίδας «Ευβοϊκός Λόγος» του 1958, όπου ο Θ. Θεοχάρης σαν σύγχρονος Παυσανίας, παρουσιάζει τη ζωή της παλιάς πόλης, με την πόλης της Χαλκίδας του 1958, δίδοντας στοιχεία από τον χαρακτήρα και το χρώμα της.
Δύσκολο το εγχείρημα να καταπιαστεί κανείς σε ένα τόσο πλατύ θέμα αλλά για ένα χώρο τόσο μικρό. Πώς να κλείσεις σε μια σελίδα την ιστορία της πόλης και όλες τις εποχές της; Το προσπάθησε όμως και κατάφερε μέσα σε λίγες γραμμές να «ταξιδέψει» τον αναγνώστη  σε γραφικά σοκάκια της πόλης ανά τους αιώνες.
«Όμορφη, μαγευτική πόλη! 
Όποιος σε είδε, σε φέρνει νοσταλγικά στη φαντασία του. Όσος καιρός και να διαβεί, όσες καινούργιες εικόνες και να δει, πάντα θα ξεχωρίζουν εκείνες που έχουν την απαρχή τους εσένα. 
Θυμάται πως σε πρωτογνώρισε και ξαναέρχεται κοντά σου να  ανοίξει το βιβλίο των περασμένων, να ρουφήξει οξυγόνο και τη δροσιά του, τώρα, που όλα γίνονται γαλήνη και φως αναπαμένο σε νερό και σε χώμα και σιγαλιά και ρέμβη, να νιώσει μια γεύση απόλυτης ευτυχίας.
Φτάνοντας στην Αυλίδα – εκεί που ο Αγαμέμνων, θυσίασε κατά το πανάρχαιο έθιμο την κόρη του Ιφιγένεια για να πετύχει η εκστρατεία της Τροίας – αντικρίζει τον Ευβοϊκό και πέρα τις κορυφές της Πυξαριάς, του Καντηλιού, και της Δίρφυς να γεμίζουν τον ορίζοντα με τις απαλές γραμμές τους. Ξαναβλέπει στο «Στενό» μια υψικάμινο με χοάνες, όγκους κτιστούς και μηχανών και αντίκρυ από τη γέφυρα, τον «Κάνηθο» με το κάστρο και παράπλευρά σε αυτά, πάνω στον Εύριπο, ένα κρυστάλλινο παλάτι. Σε λίγο, μπροστά στον Έγριπο, στο παλιό Nεγρεπόντε, μπροστά στην «Αρχηγέτιδα Χαλκίδα» τη παλιά Μητρόπολη των εβδομήντα τόσων αποικιών. Κοπαδιαστά οι αναμνήσεις από στεριά και θάλασσα φέρνουν μαζί τους χώρες, λαούς και ήρωες, κατορθώματα και χαλασμούς.  
Η «παλιά πολιτεία» παρουσιάζει τα χαρτιά της, την γνησιότητά της, τη Χαλκίδα σε όλες τις ηλικίες της, μυθολογική, αρχαία, ιστορική, μεσαιωνική, χθεσινή, τωρινή: «Να το κάστρο, να τα χρόνια μου….» Περνά το μακρόστενο γεφύρι και αισθάνεται τον παλμό του τρεχούμενου νερού, βλέποντας το ανθρώπινο ποτάμι που κινιέται στα γύρω του Ευρίπου. Η ατελείωτη παραλία με τις κτιστές ομορφιές, τα κοσμικά κέντρα και η σκορπιστή βλάστηση τον ενθουσιάζουν.
Ολάκερη η παραλιακή λωρίδα κινιέται αθόρυβα, τη χαίρονται οι περιπατητές, τη χαίρεται ο παιδόκοσμος. Και πάνω από όλα το περίφημο κανάλι δροσίζει τις ακρογιαλιές. Πάνω του ο μόνος ενωτικός κρίκος με τη βοιωτική γη, το σιδερένιο Γεφύρι.  Γύρω – γύρω τα ωραία λιμάνια με τα κινούμενα νερά, γραφικές ακτές, δροσερή ατμόσφαιρα με έντονη μυρωδιά της θάλασσας από το ανακάτεμα των βυθών που κάνει το ρέμα της Παλίρροιας. 
Το παλιό φρούριο του Καράμπαμπα κτυπά στα μάτια. Πάνω στον Κάνηθο, καμιά εξηνταριά μέτρα ψηλότερα από τη θάλασσα, μέσα στις δαντελένιες επάλξεις του και στη κορφή του μια κάτασπρη εκκλησούλα ομορφαίνει και μαλακώνει την όψη. Από εκεί ψηλά αντικρίζει τη Χαλκίδα σαν απλωμένη ζωγραφιά με φόντο τα γύρω βουνά. 
Η Χαλκίδα του δίνει την εικόνα μιας θάλασσας από σπίτια που ενώνεται με το νερό που βρίσκεται σιμά της. Ίσως μια μικρότερη επτάλοφος να είναι και η Χαλκίδα. Τα μικρά γύρω υψώματα της γης πυκνοκατοικημένα και καταπράσινα της δίνουν μια περίσσια γραφικότητα κι όπως μπαίνεις στο λιμάνι από τη θάλασσα, νομίζεις πως διαπλέεις το Βόσπορο. 
Στα γύρω του Ευρίπου, στους όχθους και κατά την πόλη, αναζητάς τα απομεινάρια του παλιού Κάστρου. Το είχαν κτίσει για να στέκεται ορμητήριο και ασπίδα κάθε επιδρομέα. Την είχανε ζώσει με τρία χιλιόμετρα δυνατά μουράγια με τάφρους και πύργους, σύμφωνα με τους τελειότερους κανόνες της τότε οχυρωματικής. 
Κτίσανε μεγάλους ναούς, γυμναστήρια, στοές, θέατρα, αγορές. Να, εκεί στη Βασιλική της Πολιούχου οι κολώνες της Αρτέμιδος και της Λητούς και παρέκει κομμάτια από το παλιό Κάστρο, φτωχά ασήμαντα απομεινάρια – αιματωμένες, πιτσιλισμένες, ασκάλιστες πέτρες πάνω από την τάφρο. Πόλεμοι και χαλασμοί δεν μας δίνουν να νοιώσουμε τους σιδερένιους αιώνες της Χαλκίδας τούτης, όπου μάχονταν Αθηναίοι με τους Άβαντες και Χαλκιδέοι με τον Πορθητή.
Από παντού προβάλει η ιστορία. Είναι γραμμένη πάνω στην Ιερή γη, αλλά και πάνω στα κύματα. Κι έχει μια ποίηση αυτό το συνονθύλευμα του παλιού με το νέο, του Κάστρου αντίκρυ στην Υψικάμινο, του μοντέρνου σπιτιού παράπλευρα στη μεσαιωνική ντάπια, της Συναγωγής πλάι στο Γκαράζ, του Οθωμανικού Τζαμιού δώθε της βασιλικής του Ιουστινιανού, του πολυώροφου στρατώνα σιμά στην Τάφρο, του Ενετικού Πύργου δίπλα στο βδομαδιάτικο Παζάρι, του Χαλυβδουργείου πάνω στο ορυχείο χαλκού, του ψηφιδωτού λουτρώνα πλάι στο Παγοποιείο της εκκλησίας του Αγίου Στεφάνου, κολλητά στο θρόνο της Αρέθουσας, του σωληνωτού υδραγωγείου κάτω από τα πέτρινα τόξα του Ρωμαϊκού…  
Όλα τους βρίσκονται πλάι – πλάι και σα σφηνωμένα το ένα μέσα στο άλλο. Το παλιό με το καινούριο μπλέκονται δω στη Χαλκίδα κι αναρωτιέσαι τι πρώτο δημιουργήθηκε και πιο πρώτο υπήρξε. 
Περνά τη ψαρόσκαλα και χαίρεται μαζί με λίγους σχολαστικούς περιπατητές το πιο μαγευτικό κομμάτι. Εκεί στο «Κρηπίδωμα», πάνω ψηλά, με ένα υπέροχο θαλασσινό ορίζοντα νοιώθει μια ξέχωρη χάρη, μια ξεκουραστική ατμόσφαιρα. Εκεί ψηλά τα απόβραδα είναι απαλά σα χάδι που νανουρίζει το υπέροχο τραγούδι της σιωπής. Και μέσα στη βαθιά σιγαλιά αυτής της μαγευτικής ώρας, ακούει τον γλυκόηχο φλοίσβο των κυμάτων που απαλά – απαλά σπάνε στο ακρογιάλι. 
Τότε, την ώρα που βάφεται πορφυρός ο ορίζοντας, την ώρα που η θάλασσα παίρνει ένα σκούρο χρώμα, την ώρα που τα γαλανά νερά που φέρνει ο Ευβοϊκός γλύφουνε τη γη που αγάπησε, εκείνη τη στιγμή, εκείνη την ώρα που απλώνεται η θεϊκία γαλήνη, σε ολόκληρη την πλάση, αχόρταγο το μάτι απλώνεται σε τοπία, σε θάλασσα, σε ουρανούς… Το κάστρο του Καράμπαμπα άρχισε να ξυπνάει τα φαντάσματα των φρουρών για την νυχτερινή τους βάρδια, τα πρώτα φώτα γεμίζουν διαμάντια το πολύχρωμο ψηφιδωτό της Πολιτείας, τα γρι-γρι που ψαρεύουν στα ανοιχτά φαίνονται σαν κοπέλες που καθρεπτίζονται στα βαθυγάλανα νερά και πιο πέρα ένα βαπόρι αργοπερνάει πηγαίνοντας προς το λιμάνι. 
Ωραίες καλοκαιρινές νύχτες του ευβοϊκού. Τα αστέρια είναι φιλικά κι ολόλαμπρα. Το αεράκι είναι απαλό κι ανάλαφρο κι ακούς το θρόισμα των φύλλων  που σαλεύουν στον ύπνο τους και πάνω από όλα πλανιέται η γαλήνη κι η σιγαλιά της ηρεμίας.»
Νικόλαος Σπ Καρατζάς
Ιστορικός – Αρχαιολόγος, ΜΑ