Την άποψη του για την αντιπαράθεση των παπανδρεϊκών και βενιζελικών στελεχών με αφορμή τα 40 χρόνια από την ίδρυση του ΠΑΣΟΚ, εκφράζει με επιστολή του ο Σίμος Ανδρονίδης, υποψήφιος διδάκτορας του τμήματος Πολιτικών Επιστημών στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.
Τις τελευταίες ημέρες και με αφορμή τον εορτασμό των 40 χρόνων από την ίδρυση του ΠΑΣΟΚ (1974-2014), εκδηλώθηκε με ιδιαίτερη ένταση η αντιπαράθεση παπανδρεϊκών-βενιζελικών στελεχών, μία αντιπαράθεση που σοβεί από το 2007, έτος διεκδίκησης της προεδρίας του κόμματος από τον Ευάγγελο Βενιζέλο. Το 2007 είναι ένα κομβικό έτος για την πορεία και για την δομική μετεξέλιξη του ΠΑΣΟΚ, καθότι αποκρυσταλλώθηκαν εκείνα τα χαρακτηριστικά που είχε προσδώσει στο κόμμα ο Γιώργος Παπανδρέου, άμα τη αναλήψει των προεδρικών καθηκόντων του, το 2004.
Η «νέα» και προσίδια μορφή του κόμματος, παρά την άμεση εκλογή προέδρου από τα μέλη και τους «φίλους», ισοδυναμεί με τον αποκλεισμό της οργανωμένης βάσης από την διαδικασία λήψης αποφάσεων, διαμορφώνοντας τους όρους και τις προϋποθέσεις για την «πρόσληψη» του κόμματος ως μορφής και τύπου που προσιδιάζει σε μία «αυτόνομη» δράση της ηγετικής ομάδας.
Ο διαμορφούμενος δομικός δυϊσμός μεταξύ κομματικής ηγεσίας και οργανωμένης βάσης θα λάβει «ολικά» και «κρισιακά» χαρακτηριστικά την περίοδο της βαθιάς οικονομικής-καπιταλιστικής κρίσης, ενώ θα σφραγίσει και την αποδόμηση της κοινωνικής συμμαχίας που είχε συγκροτήσει το κόμμα. Σε αυτή την περίπτωση, ο δομικός δυϊσμός ορίζεται ως απόκλιση «ηγετικής» κομματικής-κυβερνητικής πολιτικής και συγκεκριμένων κοινωνικών-ταξικών συμφερόντων. Αυτή την εβδομάδα, και με αφορμή τον επετειακό εορτασμό των 40 ετών από την ίδρυση του κόμματος, πραγματοποιήθηκαν δύο ξεχωριστές κομματικές εκδηλώσεις.
Την Δευτέρα σε εκδήλωση του ιδρύματος ‘Ανδρέας Παπανδρέου’ κεντρικός ομιλητής ήταν ο πρώην πρόεδρος του κόμματος και πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου. Η κομματική σύναξη θύμισε καταστάσεις περασμένων δεκαετιών, όταν το κόμμα, ιδίως προ εκλογικών αναμετρήσεων, λειτουργούσε ως συμπαγής εκλογικός μηχανισμός «άντλησης» και «συλλογής» ψήφων. Την Τετάρτη, στην κεντρική κομματική εκδήλωση για τον εορτασμό των 40 ετών από την ίδρυση του ΠΑΣΟΚ, κεντρικός ομιλητής ήταν ο πρόεδρος του κόμματος Ευάγγελος Βενιζέλος.
Το μείζον στοιχείο, πέρα και πάνω από δημοσιογραφικές διαπιστώσεις, οι οποίες συντείνουν στο γεγονός ότι υπάρχει ένα βαθύ χάσμα μεταξύ παπανδρεϊκών και βενιζελικών, κάτι που επηρεάζει και την πολιτική κατεύθυνση του κόμματος, είναι ότι δεν υπάρχει μία βαθιά πολιτική, προγραμματική και ιδεολογική απόκλιση μεταξύ του πρώην και του νυν προέδρου του κόμματος.
Και το κύριο στοιχείο της πολιτικής συμφωνίας τους είναι ότι και οι δύο τείνουν να συμφωνούν αφενός μεν στο αναγκαίο της υπογραφής των μνημονίων για την «σωτηρία» της ελληνικής οικονομίας, αφετέρου δε για την συγκρότηση και την συμμετοχή σε κυβερνήσεις «εθνικής ενότητας» που θα συμβάλλουν στην ανόρθωση της ελληνικής οικονομίας. Οι αποκλίσεις τους έγκεινται στον τρόπο «πρόσληψης» του συγκεκριμένου κομματικού σχηματισμού (ΠΑΣΟΚ).
Ο μεν Γιώργος Παπανδρέου, αντιμετωπίζει την κομματική μορφή ως ζήτημα «υλικότητας» και «τοπικότητας» της κομματικής εξουσίας που ισούται με την θεώρηση ότι το κόμμα-δίκτυο που εγκαθίδρυσε ο ίδιος απαντά στις ανάγκες και στις απαιτήσεις των καιρών. Και λέγοντας κόμμα-δίκτυο εννοούμε ένα «χαλαρό» και «πλαδαρό» κομματικό τύπο που συνδέει τα μέλη του όχι γύρω και με βάση πολιτικούς, προγραμματικούς και ιδεολογικούς δεσμούς που τείνουν στην οργάνωση και στη συνάρθρωση κοινωνικών συμφερόντων και στόχων, αλλά μόνο με την απλή επίδειξη της κάρτα μέλους του κόμματος, που «εισάγει» το κόμμα στην μορφή της «λέσχης» και του δικτύου συγκέντρωσης μελών και φίλων. Το κόμμα τυπικά διατηρείται, αλλά ταυτόχρονα αφίσταται των θεμελιωδών πολιτικών του λειτουργιών.
Ο δε Ευάγγελος Βενιζέλος, με το προνόμιο που του δίνει η αρχηγία ενός κόμματος που συμμετέχει σε μία κυβέρνηση συνασπισμού, προβάλλει το ιδεολόγημα του «σοβαρού» και «υπεύθυνου» κεντροαριστερού φορέα (ΠΑΣΟΚ) που έχει συμβάλλει τα μάλα στη προσπάθεια «εξόδου» από την κρίση και κατ’επέκταση στην ανόρθωση της οικονομίας και της χώρας. Η αντίληψη του φιλτράρει και «εγγίζει» το «κόμμα του κράτους», που οργανώνεται στη βάση της άσκησης κυβερνητικής-κρατικής εξουσίας, στη διαμεσολάβηση των κρατικών προτεραιοτήτων και προταγμάτων και τελικά, στην προσίδια ενσωμάτωση του στο ευρύτερο κυβερνητικό-κρατικό πλαίσιο. Έτσι το κόμμα ορίζεται από την κρατική διαχείριση και όχι από την ενεργή παρουσία του μέσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι, με αποτέλεσμα υπάρχει μία διαδικασία αντίστροφης φοράς: το κόμμα γίνεται κρατοκεντρικό και όχι κοινωνιοκεντρικό.
Η οργανωμένη βάση «απονεκρώνεται», και η ηγετική ομάδα που συσπειρώνεται γύρω από τον πρόεδρο και λαμβάνει τις αποφάσεις ερήμων των μελών και των συντεταγμένων κομματικών οργάνων (αν υπάρχουν), τείνει να προσεγγίζει την αντίληψη περί του «υπεύθυνου» κεντροαριστερού κόμματος που θα συμβάλλει στη συγκρότηση της «μεγάλης» Δημοκρατικής παράταξης. Η προσίδια πολιτική μορφή της «Ελιάς» μετασχηματίζεται στο σχήμα της ευρύτερης Δημοκρατικής παράταξης με βασικό άξονα την ενσωμάτωση στο κράτος και την διαχείριση των «ροών» της οικονομικής-καπιταλιστικής κρίσης προς όφελος του αστικού μπλοκ εξουσίας.
Οι διαφορές στον τρόπο πρόσληψης του κομματικού γίγνεσθαι δεν αποκρυσταλλώνονται σε ένα βαθύ και αγεφύρωτο πολιτικό και ιδεολογικό «κενό», σε μία εγκάρσια τομή που θα προσδιορίσει και ίσως θα διασπάσει την κομματική μορφή όπως την ξέραμε.
Αντιθέτως, τέμνονται στο μέσον της «κρατικοποίησης» και «καρτελοποίησης» του κόμματος, στο πλαίσιο του προσίδιου πολιτικού, προγραμματικού και ιδεολογικού μετασχηματισμού του. «Το κυρίαρχο μαζικό κόμμα απεμπολεί τη βασική του λειτουργία, που είναι η «κάθετη οργανική ροή αλληλεπιδράσεων» -με όρους πολιτικής επιστήμης ο «εναρμονισμός συμφερόντων» (interest aggregation)- και καθίσταται ένας απλός δίαυλος εκλαΐκευσης της στρατηγικής του κράτους».1 Έτσι, το ΠΑΣΟΚ οδεύει προς την άρση της θεμελιώδους πολιτικής λειτουργίας και κομματικής δράσης.
Ακολουθείστε μας στο Google News