Η 17χρονη μαθήτρια λυκείου Εὐαγγελία Κ. Λάππα έγραψε το δικό της ποίημα για τον Ιωάννη Βελισσάριο, τον Ήρωα των Ηρώων.

Ο Ιωάννης Βελισσαρίου γεννήθηκε στις 26 Νεομβρίου 1861 στο Πλοέστι της Ρουμανίας με καταγωγή από την Κύμη Ευβοίας και σπούδασε τρία χρόνια στο Γαλλικό Κολλέγιο της Αιγύπτου. Το 1880 επέστρεψε στην Ελλάδα και εισήλθε στη Σχολή Υπαξιωματικών, απ’ όπου το 1887 αποφοίτησε με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού Πεζικού.

Συμμετείχε στον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897, όπου αποτέλεσε ο μόνος από τους διμοιρίτες σε ύψωμα στη διάβαση της Μελούνας δεν υποχώρησε και για τον ηρωισμό που επέδειξε στη μάχη της Δερβέν-Φούρκας (σημερινό Καλαμάκι Φθιώτιδας) στις 7 Μαΐου 1897 πήρε τα εύσημα από τον διάδοχο Κωνσταντίνο. Με την κήρυξη του Α’ Βαλκανικού Πολέμου, όντας ταγματάρχης ο Ιωάννης Βελισσαρίου, ως διοικητής του 3ου Τάγματος του 4ου Συντάγματος Πεζικού συμμετείχε στη Μάχη του Σαρανταπόρου (9 Οκτωβρίου 1912). Λόγω του µεγαλόπρεπου µαύρου αλόγου που καβαλούσε, ονοµάστηκε από τους ευζώνους του «Μαύρος Καβαλάρης». Στη πολιορκία των Ιωαννίνων, στις 20 Φεβρουαρίου 1913 με ένα παράτολμο σχέδιο περικύκλωσε το Μπιζάνι και προελαύνοντας απέκοψε την επικοινωνία Ιωαννίνων-Μπιζανίου, κίνηση με την οποία έκανε τους Τούρκους να παραδοθούν. Έτσι την επόμενη μέρα τα Ιωάννινα απελευθερώθηκαν.

«Τόξα και βέλη ετρέμανε στο θεϊκό σου χέρι
όταν την Τροίαν έσειες, των Αχαιών ξεφτέρι.
Του ήλιου το φως έκρύβανε τα μύρια σας κοντάρια,
όταν τον Πέρση έσκίζα τε, των Πλαταιών λιοντάρια.

Τουφέκια έβρονταστράφτανε τον χάρο άδελφωμένα,
όταν γκρεμνοϋσες της Τουρκιάς τον θρόνο, Εικοσιένα.
Μα με λιθάρια, με βουνά, με πέτρες με κοτρώνια
δυο μόνοι έπολεμήσανε, δυο ξακουσμένοι αιώνια.

Σεΐς ώ Τιτάνες τον παληόν, παλαίβοντας θεόν μας
καί συ, ώ Βελισσάριε, Τιτάν των ήμερων μας».

Ποίημα του Φωκίωνα Πανά (1868-1938)

Πολέμησε στη μάχη Κιλκίς – Λαχανά, στη μάχη Μπέλες και της Τζουμαγιάς, ώσπου, στις 13 Ιουλίου 1913 στο «ύψωμα 1378», τον πήρε μια βολίδα στα πνευμόνια και απεβίωσε λίγες ώρες αργότερα με τα λόγια: «Και όπως είπαμε παιδιά μου. Στη Σόφια, στην Πόλι.»1. Την επομένη θάφτηκε δίπλα από τον τάφο του Γεωργίου Κολοκοτρώνη, εγγονού του Γέρου του Μοριά, που είχε πέσει κι αυτός ηρωικά μια μέρα πριν.

Όταν ο Βασιλεύς των Ελλήνων Κωνσταντίνος πληροφορήθηκε τον θάνατο του ήρωα, είπε:

«Τοιούτοι ήρωες δεν ζουν πολύ, δεν είναι δυνατόν να ζήσουν πολύ. Αυτός είναι ο ζηλευτός, ο πλέον ζηλευτός θάνατος. Δεν χρειάζονται συλλυπητήρια. Φέρτε μου χαρτί να συγχαρώ την γυναίκα του». «Χαιρετίζω τον Ήρωα των Ηρώων»
Αφιερώνω το παρακάτω ποίημα στον Ήρωα των Ηρώων, στον αληθινό Μαύρο Καβαλάρη:

Στον αληθινό Μαύρο Καβαλάρη
Γιάννη Βελισσαρίου

Στο μνημείο κοιτάζω μια μορφή,
που βαστά ντουφέκι και σπαθί,
το άστρο είναι του Μπιζανίου,
ο ήρωας Ιωάννης Βελισσαρίου.
***
Μιαν ήσυχη νύκτα με φεγγάρι,
εσύ πόθο είχες για κοντάρι,
τον Τούρκο έκανες να παραδοθεί,
η Μακεδονία είχε πια λευτερωθεί.
***
Ω! Ήρωα, Μαύρε Καβαλάρη,
της Εύβοιας γνήσιο βλαστάρι,
για κάθε μας τσολιά καμάρι,
του Έθνους γενναίο παλικάρι!
***
Ένδοξες μάχες έδωσες πολλές,
απ’ άκρη σ᾽ άκρη ηρωικές!
Κανείς εχθρός να μην περάσει,
δίχως ο Xάρος σε δειλιάσει.
***
Αυτό το έπος δεν θα ’χε τέλος,
αν στου υψώματος2 το βέλος,
στα στενά της Κρέσνας υψωμένος,
από βόλι έφευγες λαβωμένος…
***
Ω! Ήρωα, Μαύρε Καβαλάρη,
της Εύβοιας γνήσιο βλαστάρι,
για κάθε μας τσολιά καμάρι,
του Έθνους γενναίο παλικάρι!

Το μοιρολόι τοῦ Μοναστηρίου, Εὐαγγελία Κ. Λάππα, Εκδόσεις Πελασγός 2021

Ακολουθείστε μας στο Google News