Συνέντευξη εφ΄όλης της ύλης παραχώρησε για λογαριασμό του Eviaportal ο παλαίμαχος Χαλκιδέος ποδοσφαιριστής Νίκος Σιμιτζής.

Σε μία συνέντευξη με διάρκεια πάνω από μία ώρα ο Νίκος Σιμιτζής μίλησε για όλους και για όλα. Το Eviaportal δημοσιεύει τη συνέντευξη σε δύο μέρη με τον παλαίμαχο ποδοσφαιριστή να μιλά στο πρώτο μέρος της συνέντευξης για το ποδόσφαιρο που αγάπησε και τον αγάπησε. Μοιράζεται επίσης με τους αναγνώστες του Eviaportal ανέκδοτες ιστορίες από την ποδοσφαιρική του ζωή φέρνοντας στη μνήμη του παράλληλα τα πιο σημαντικά παιχνίδια του και τους πιο δύσκολους αντιπάλους του.

Διαβάστε ποιος ήταν ο Νίκος Σιμιτζής.

Eviaportal: Κύριε Νίκο Σιμιτζή ήσασταν ένας πολύ επιτυχημένος ποδοσφαιριστής. Πως νιώσατε με όλη αυτή την επιτυχία; Ήταν οικονομικά τα οφέλη ή προσωπικά;

Νίκος Σιμιτζής: Ναι ήμουν επαγγελματίας αλλά μη νομίζετε όταν λέμε επαγγελματίας είναι όπως τώρα ότι κάναμε ένα συμβόλαιο 500.000 ή 300.000 ή 100.000 συν το μισθό και τέτοια. Τίποτα. Ένα μισθό είχαμε. Έναν αστείο μισθό και απλά παίρναμε ένα πριμ από τις νίκες που έκανε η ομάδα. Λεγόταν επαγγελματικά αλλά δεν μπορούσες να ζήσεις με αυτόν το μισθό εκείνη την εποχή. Το ποδόσφαιρο τότε ήταν αγνό. Εμείς αγαπούσαμε τη μπάλα και παίζαμε για τη μπάλα. Εγώ ανυπομονούσα στο τέλος κάθε αγώνα πότε θα έρθει η άλλη Κυριακή να παίξουμε πάλι μπάλα. Τώρα παίζεις σε μια ομάδα και μετά μπορεί να πας σε μια άλλη και να παίζεις ενάντια στην πρώτη ομάδα σου. Αυτό εκείνη την εποχή μας φαινόταν παράξενο. Μετά από ένα χρόνο να πας σε άλλη ομάδα δεν θα μπορούσε να γίνει.

Eviaportal: Πως νιώθατε με όλη αυτή την επιτυχία, την αναγνώριση;

Νίκος Σιμιτζής: Οπωσδήποτε ήταν μια πολύ μεγάλη εμπειρία. Αυτό λέω και στα νέα παιδιά που θέλουν να ασχοληθούν με τον αθλητισμό. Είχαμε προπονητή τον κ. Ευάγγελο Χέλμη και μας ρώταγε μια φορά τι έχει μέσα η μπάλα. Και λέγαμε εμείς αέρα έχει κύριε Χέλμη. Και μας απαντούσε «Αέρα έχουν τα μυαλά σας. Η μπάλα έχει χρήματα, έχει δόξα, φήμη. Έχει τόσα πράγματα μέσα της που αν τα καταλάβετε τότε θα αγαπήσετε τη μπάλα».  Έτσι και εγώ το καταλαβαίνω τώρα ότι έχουν περάσει  50 χρόνια από τότε που έπαιζα μπάλα και βλέπω ανθρώπους, αξιόλογους της Χαλκίδας γιατρούς, δικηγόρους κτλ.που έρχονται και με αγκαλιάζουν και με φιλάνε. Άνθρωποι που δεν τους ξέρω, άνθρωποι που τότε ήταν παιδάκια. Μάλιστα ένας επώνυμος γιατρός, 10 χρόνια μικρότερος μου, όταν συναντηθήκαμε  μου είπε: «Νίκο μια μέρα που τελείωσε ο αγώνας περίμενα να βγεις από το γήπεδο για να έρθω να σε πλησιάσω και ήρθα κάποια στιγμή και κατάφερα και σε ακούμπησα. Και πήγα την επόμενη ημέρα στο σχολείο και έλεγα στους συμμαθητές μου ότι κατάφερα να ακουμπήσω το Σιμιτζή». Το αίσθημα του κόσμου που σε αγαπάει και σε αναγνωρίζει, αυτό και μόνο αξίζει και δεν αλλάζεται με τίποτα. Από εκεί και πέρα υπάρχουν αναμνήσεις, φιλίες, γνωριμίες, χαρές, λύπες, κλάμα όμως μετά από χρόνια που τα θυμάσαι είναι όλα μια ωραία ανάμνηση.

Eviaportal: Οικονομικά είπατε ότι δεν ήταν και τόσο καλά τα πράγματα

Νίκος Σιμιτζής: Ναι, οικονομικά δεν ήταν τόσο καλά. Το οικονομικό για εμένα ήταν ότι τακτοποιήθηκα επαγγελματικά, σπούδασα. Εκείνη την εποχή ήταν δύσκολο να έρθω. Στη Χαλκίδα έπρεπε να κάνω 4 προπονήσεις και μία το Σάββατο 5. Οπότε δεν προλάβαινα να διαβάσω. Έτσι έπαιρνα το τρένο με επιστροφή το βράδυ επειδή είχε φως για να μπορώ να διαβάζω. Διάβαζα στις διαδρομές.

Εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν πάρα πολλοί που σπουδάζανε σε ανώτατες σχολές. Τότε τα πιο πολλά παιδιά ήταν αμόρφωτα και τακτοποιούνταν ως εργάτες σε ΔΕΗ, ΟΤΕ, Λιμενικό κτλ. Εγώ και κάποια άλλα παιδιά είχαμε τότε τη δύναμη να πούμε ότι σπουδάζαμε. Μάλιστα οι συναθλητές μου κορόιδευαν γιατί όπως τώρα που έφερα μαζί την τσάντα μου έτσι και τότε κουβάλαγα μαζί τα βιβλία μου. Και στο ξενοδοχείο που πηγαίναμε καθόμουν και διάβαζα. Σπούδαζα βλέπεις στο Οικονομικό του Πανεπιστημίου Αθηνών. Οι άλλοι πειραχτήρια μου παίρνανε τα βιβλία, με κοροιδεύανε, με λέγανε τρελό επιστήμονα. Άλλοι παίζανε τάβλι, άλλοι χαρτιά, άλλοι έβγαιναν βόλτα. Εγώ καθόμουν και διάβαζα και οι άλλοι μου πετούσαν πράγματα. Παιδιά, φίλοι μου. Ήταν άλλες εποχές. Τώρα που τα θυμάμαι είναι πολύ ευχάριστες αναμνήσεις.

Eviaportal: Θυμάστε ποιο ήταν το πιο σημαντικό παιχνίδι σας και ποιος ο πιο δύσκολος αντίπαλός σας;

Νίκος Σιμιτζής: Δυο ποδοσφαιριστές που με δυσκόλευαν πολύ ήταν ο Απόστολος Ναλπάντης του Άρη και ο Κώστας Ιωσηφίδης του ΠΑΟΚ, οι οποίοι αναγνώριζαν την αξία μου παρότι έπαιζαν σε μεγάλες ομάδες και με μάρκαραν όπου βρισκόμουν και δεν με άφηναν να πάρω τη μπάλα. Το πρόβλημα των αντιπάλων μου ποιο ήταν; Ότι από τη στιγμή που με άφηνες να πάρω τη μπάλα στα πόδια μου και να γυρίσω από κει και πέρα όποιος και να ήταν αντίπαλος είχε πρόβλημα. Ένα προσόν είχα την τρίπλα. Ξέρανε λοιπόν οι προπονητές και λέγανε προσπαθήστε να μην πάρει ο Σιμιτζής τη μπάλα. Και αυτοί οι δυο ήταν συνέχεια man to man και ήταν και σκληρά παιδιά και γρήγοροι και δυσκολευόμουν και πολλές φορές άλλαζα και θέση γιατί ήμουν κλασσικό εξτρέμ, έπαιζα γραμμή δεξιά. Αυτή ήταν η θέση μου. Από εκεί και πέρα έπαιρνα τη μπάλα και τριπλάριζα πάνω στη γραμμή. Το θέμα ήταν να σήκωνα το κεφάλι μου να έδινα σωστά τη μπάλα. Αυτοί οι δυο με δυσκόλευαν. Αυτούς σκεφτόμουν εγώ γιατί όλοι οι υπόλοιποι σκέφτονταν πως θα αντιμετωπίσουν εμένα.

Συγκεκριμένα θυμάμαι, δεν θα πω όνομα, όταν ο Σούλης Παππάς είχε πάει στον Ολυμπιακό Πειραιώς παίζαμε αγώνα Κυπέλλου με τον Ολυμπιακό Πειραιώς. Τότε με πήρε τηλέφωνο ο Σούλης που ήταν πολύ καλός μου φίλος  και μου λέει: «Νίκο έχω δίπλα μου τον Τζούλη π.χ. ο οποίος με παρακαλάει, επειδή τώρα διεκδικεί θέση στην ομάδα, μην του κάνεις τρίπλες αύριο. Παίξε πιο ήρεμα».  Και του απάντησα ότι: «Εγώ ρε Σούλη έτσι παίζω. Να αλλάξω τρόπο παιχνιδιού; Πως γίνεται; Δε γίνεται». Το συγκεκριμένο ποδοσφαιριστή τον απασχολούσε που θα με αντιμετώπιζε.

blank

Ένα παιχνίδι που θυμάμαι ήταν ένα παιχνίδι της Χαλκίδας με τον ΟΦΗ μέσα στη Χαλκίδα στο οποίο με νίκη της η Χαλκίδα ανέβαινε και μαθηματικά στην πρώτη κατηγορία. Ε λοιπόν σε εκείνο το παιχνίδι έκανα το παιχνίδι της ζωής μου. Έβγαλα το πρώτο γκολ. Το ευχαριστήθηκε η ψυχή μου. Μιλάμε για 10.000 κόσμο κρεμασμένοι από τις κερκίδες, από μπαλκόνια. Και ξεσήκωσα τον κόσμο που φώναζε Σιμιτζής. Πόσο μου άρεσε ο κόσμος που φώναζε. Και όσο ο κόσμος φώναζε τόσο εγώ τρελαινόμουν και έκανα και υπερβολές. Κερδίσαμε 2-0 και μετά έγιναν τα σχετικά πανηγύρια. Ξεφύγαμε 6 βαθμούς και στην ουσία είχαμε ανέβει στην Α’ Εθνική.

Eviaportal: Έχετε κάποια ανέκδοτη αποκλειστική ιστορία που να θυμάστε και να θέλετε να μοιραστείτε μαζί μας;

Νίκος Σιμιτζής: Πολλές έχω όταν έχεις τον κ. Ευάγγελο το Χέλμη προπονητή. Τα έχω γράψει και στο βιβλίο μου. Κάποιες τις πλήρωσα δίκαια, κάποιες άδικα. Ο κύριος Ευάγγελος με αγαπούσε, με λάτρευε. Αλλά επειδή έπαθα στην αρχή της σεζόν ηπατίτιδα, όχι λοιμώδη, απλά μου είχε φράξει η χολή από κάποια πέτρα, είχαν κιτρινίσει τα μάτια μου, είχα κομμάρες και οι γιατροί μου είπαν ότι έπρεπε να σταματήσω τη μπάλα για τουλάχιστον έξι μήνες. Οπότε ο κύριος Ευάγγελος , επειδή με χρειαζόταν, κάναμε μια ειδική θεραπεία να μη γυμνάζομαι τόσο πολύ όσο οι άλλοι για να μπορώ να αγωνίζομαι στα κρίσιμα παιχνίδια και να μην κουράζομαι. Και ο κύριος Ευάγγελος με πρόσεχε πάρα πολύ. «Μην κουράζεσαι, πήγαινε κοιμήσου μόλις τελειώσει το παιχνίδι, είσαι πολύ χλωμός» μου έλεγε.

Θυμάμαι τότε σε ένα παιχνίδι με την Κόρινθο που την είχαμε κερδίσει 3-0 ήμουν ο καλύτερος παίκτης του γηπέδου. Το είχαν γράψει και οι τότε εφημερίδες ότι είχα κάνει ένα τρομερό παιχνίδι. Όμως ήμουν πολύ κουρασμένος και εξαντλημένος. Τότε μου λέει  ο κύριος Ευάγγελος:  «Νίκο αγόρι μου σε βλέπω πολύ χλωμό, πολύ εξαντλημένο. Μήπως πρέπει να φύγεις, να πας στην Αθήνα;» και του είπα «Ναι κύριε Ευάγγελε έχω βγάλει το εισιτήριο. Να δείτε το». Ο κύριος Ευάγγελος ήξερε όμως ότι με το Σούλη τον Παππά μπλέκαμε και βγαίναμε συνεχώς για αυτό μου έλεγε συνέχεια να πας στην Αθήνα στο ξαναλέω. Εγώ είχα σκοπό να πάω στην Αθήνα. Έρχεται τότε ο Σούλης και μου λέει «Έχει το βράδυ ένα πάρτυ με κορίτσια. Θα πάμε»; Και του λέω «Μα ο κύριος Ευάγγελος είπε να πάω Αθήνα». Μου λέει τότε «Έλα μωρέ που θα το μάθει ο κύριος Ευάγγελος; Θα φύγεις με το πρωινό το τρένο». Πίτσι πίτσι με έπεισε. Πήγαμε στο πάρτυ, περάσαμε καλά και 5 η ώρα μου λέει ο Σούλης «Ρε γαμώτο το τρένο το πρωινό θα αργήσει. Πάμε να φάμε κάτι;» Του λέω «Και αν μας δει κανένας»; Μου λέει «Ποιος θα μας δει 5 το πρωί;» Πάμε δίπλα στο Παλίρροια που τότε υπήρχε ένα μαγαζί για τους ξενύχτες μπουζουκόβιους και παραγγέλνουμε να φάμε. Για κακή μου τύχη περνάει απέξω ο Γενικός Αρχηγός Χαλκίδας Παπαβασιλείου Περικλής, ο οποίος είχε πάει στα μπουζούκια και γύρναγε και ο οποίος είχε ακούσει τη στιχομυθία μου με τον κύριο Ευάγγελο και ο αθεόφοβος πάει χτυπάει την πόρτα τον ξυπνάει και του λέει «Ο Νίκος Σιμιτζής είναι εδώ. Είναι από κάτω και τρώει». Ντύνεται, κατεβαίνει κάτω, έρχεται στη τζαμαρία δίπλα στο κεφάλι μου και εγώ δεν τον έχω δει. Σε κάποια στιγμή βλέπω το Σούλη μαρμαρωμένο και όπως έχει το δαχτυλίδι του χτυπάει με το δαχτυλίδι του την τζαμαρία του, γυρνάω το κεφάλι μου και βλέποντας τον μαρμαρώνω. Από αντίδραση βάζω τα γέλια για να τον μαλακώσω λίγο. Αποτέλεσμα να πάω την Τρίτη προπόνηση και μου λέει «Τι ήρθες να κάνεις εσύ εδώ; Φύγε, φύγε, δεν θέλω να σε ξαναδώ. Θα σε ειδοποιήσω εγώ όταν σε χρειαστώ» και με έδιωξε. Αυτό συνεχίστηκε και την επόμενη Κυριακή. Όμως ο κύριος Ευάγγελος με αγαπούσε και δεν έπαιρνε πρέφα. Την Τρίτη Κυριακή πήγα στα αποδυτήρια μου λέει πάλι σήκω φύγε. Βάζω τα κλάματα εγώ και του λέω «Χτύπα με, χτύπα με. Δώσε μου 2, 3 χαστούκια. Έφταιγα. Σε παρακαλώ συγχώρεσε με. Είμαι κωλόπαιδο, το ξέρω».

Άλλη μια ιστορία διαδραματίστηκε στα Γιάννενα. Εκεί βέβαια ο κύριος Ευάγγελος δεν είχε δίκιο γιατί νόμιζε ότι εγώ φταίω και με τιμώρησε. Η ομάδα είχε βγει πρωταθλήτρια. Στον τελευταίο αγώνα με τον Παναιτωλικό που έγινε ο γύρος του θριάμβου με άφησε απέξω. Δεν με έβαλε στην 11αδα. Με άφησε στην εξέδρα. Και εγώ τότε έλεγα: «Κοίτα να δεις πρόσφερα τόσα και αισθάνθηκα αδικημένος».

Ο κύριος Ευάγγελος ήταν αυστηρός. Τότε που έγινε η συγχώνευση υπήρχε ο Ολυμπιακός και ο Εύριπος. Το μίσος ήταν πολύ μεγάλο μεταξύ των ποδοσφαιριστών, των φιλάθλων, των παραγόντων. Κατάφερε ο κύριος Ευάγγελος και με το χιούμορ του, την αυστηρότητα του, τα καλαμπούρια του να μας κάνει να αγαπηθούμε.  Γίναμε όλοι φίλοι. Κάποια μέρα έγινε μια φάση. Μπαίνω εγώ από δεξιά δίνω πάσα στο Ρόγκα σουτάρει και βρίσκει δοκάρι. Στο ημίχρονο πάει ο κύριος Ευάγγελος στο Ρόγκα και του λέει «Τι έχασες ρε; Πως το έχασες αυτό;» Και του λέει ο Ρόγκας τρομοκρατημένος «Δουκάρ κύριε Ευάγγελε, δουκάρ» μίλαγε έτσι εκείνος επειδή ήταν από ένα χωριό τον Άι-Γιώργο της Βοιωτίας.

blank

Άλλη ιστορία με τον Παναθηναϊκό όταν παίζαμε Κύπελλο Ελλάδος. Οι φίλαθλοι το θυμούνται ακόμα. Παίρνω τη μπάλα, τριπλάρισα από δεξιά όλη την ομάδα του Παναθηναϊκού, περνάω και τον τερματοφύλακα και εκείνη την ώρα επειδή είχα πολύ μεγάλη ταχύτητα και είχα πηδήσει πάνω από τον τερματοφύλακα την ώρα που μπαίνω με τη μπάλα στα δίχτυα η μπάλα βρέθηκε πίσω μου και η μπάλα χτύπησε στο τακούνι μου και γύρισε πίσω στην αγκαλιά του τερματοφύλακα. Είχα πέσει κάτω και τράβαγα τα μαλλιά μου. Τι έκανα έλεγα. Και εκεί ακούω γκολ. Μας νίκησε ο Παναθηναϊκός τότε. Ήμασταν στους 8 και θα πηγαίναμε στους 4. Μετά από κάποια χρόνια σε μια εκδήλωση με πλησιάζει κάποιος και μου λέει κύριε Σιμιτζή έχω μια απορία που με βασανίζει σε ολόκληρη τη ζωή μου. Εκείνη τη φορά με τον Παναθηναϊκό τριπλάρατε όλη την ομάδα, τον Οικονομόπουλο και γυρίσατε πίσω και τον ξανατριπλάρατε και χάσατε τη μπάλα. Γιατί το κάνατε αυτό; Σε αυτούς έμεινε εκείνη η εντύπωση. Τότε δεν υπήρχαν κάμερες, replay κτλ. Και του λέω: «Δεν πήγα να τον τριπλάρω. Η μπάλα βρήκε στο τακούνι μου».  Πενήντα χρόνια τον βασάνιζε. Και τώρα βλέπεις έναν αγώνα στην τηλεόραση και την επόμενη δε θυμάσαι τίποτα. Ενώ τότε τον έβλεπες από μια κερκίδα και θυμώσουν μετά από πενήντα χρόνια μια φάση. Ήταν αλλιώτικα τα πράγματα τότε.

Ακολουθείστε μας στο Google News