Η Χριστίνα Ταχιάου μέσα από το protagon.gr μιλάει για την Ελλάδα του ομορφάντρα που σιχαίνεται και ο Γρηγόρης Φαρμάκης μέσα από το blog του μιλάει για την Ελλάδα του ομορφάντρα που αντιστέκεται. Απολαύστε τους …

«Δεν μου αρέσει η Ελλάδα του ομορφάντρα»

Η συνειδητοποίηση ήρθε πριν λίγα χρόνια και με βάρεσε σα χαστούκι: κατάλαβα ότι δε μ’ αρέσει η Ελλάδα. Τόσο απλά. Το χειρότερο, όμως, δεν ήταν αυτό. Το χειρότερο ήταν όταν κατάλαβα ότι δεν έχει κανένα νόημα να προσπαθήσω να αλλάξω κάποια από αυτά που θεωρούσα κακώς κείμενα: κατάλαβα ότι η Ελλάδα αρέσει στους Έλληνες. Άρα, το λάθος είμαι εγώ.

Κάποια στιγμή κατάλαβα ότι δεν νιώθω καν Ελληνίδα τέτοιας Ελλάδας. Ποια Ελλάδα να υπερασπιστώ και με ποια Ελλάδα να ταυτιστώ; Με την Ελλάδα που θεωρεί λογικό να δίνει φακελάκι; Με την Ελλάδα που κυκλοφορεί στο δρόμο λες και είναι μόνη της; Με την Ελλάδα που λατρεύει τα 100 ντεσιμπέλ; Με την Ελλάδα που φυσάει τον καπνό της στα μούτρα του απέναντι; Με την Ελλάδα που παραβιάζει όποιο νόμο γουστάρει; Με την Ελλάδα που δικαιολογεί την παρανομία; Με την Ελλάδα που νιώθει ανώτερη από τους «ξένους»; Με την Ελλάδα που καμαρώνει επειδή κατασκεύασε κάτι ελεεινής ασχήμιας χωριά; Με την Ελλάδα που θεωρεί λογικό να απλώνει ξαπλώστρες στις άλλοτε πανέμορφες παραλίες; Με την Ελλάδα που θεωρεί φυσιολογικό να πηγαίνει σε απίθανης αρπαχτής κλαμπ και καφέ και να παρακαλάει κάτι άθλιους φουσκωτούς τύπους της νύχτας να μη φάει πόρτα; Με την Ελλάδα που πιστεύει ότι δεν μπορεί να διοριστεί χωρίς μέσο; Με την Ελλάδα που φιλάει κατουρημένες ποδιές για να κάνει τη δουλειά της; Με την Ελλάδα που θεωρεί λογικό να πληρώνει ένα κάρο λεφτά σε μπουζούκια και μπαρ και μετά να οδηγεί μεθυσμένη; Με την Ελλάδα που πιστεύει «Και τι έγινε που έπιασαν τους Καραμπέρηδες; Αυτοί είναι το πρόβλημα;»; Με την Ελλάδα που απαιτεί να «φέρουν πίσω τα κλεμμένα» αλλά εξαιρεί τον εαυτό της από την επιστροφή; Με την Ελλάδα που διεκδικεί το δικαίωμά της να εξακολουθήσει να λειτουργεί κουτοπόνηρα; Με την Ελλάδα που πάσχει από έλλειψη φιλοδοξίας;

Όχι, δεν είμαι αγία. Όλα τα παραπάνω, τα απορρίπτει ο «ενήλικος» εαυτός μου. Ο «ανήλικος», έχει υπάρξει μέρος αυτού που τώρα απορρίπτω. Ίσως γι αυτό ενοχλούμαι τόσο πολύ τώρα. Το θέμα είναι ότι ο «ενήλικος» έχει περάσει στο άλλο άκρο. Θέλει τάξη, ησυχία, τυπικότητα κι αξιοκρατία.

Για μένα, η κρίση υπάρχει εδώ και χρόνια. Και δεν εννοώ την οικονομική, εννοώ την αισθητική, πολιτιστική, αξιακή κρίση. Η οικονομική κρίση δεν με εξέπληξε καθόλου. Αντίθετα, με εξέπληξε το γεγονός ότι τόσοι έξυπνοι άνθρωποι εξεπλάγησαν.

Την πρώτη φορά που είδα τη διαφήμιση με τον «ομορφάντραμου» ένιωσα ένα κρύο χέρι να μου σφίγγει το κεφάλι. Το ίδιο είχα νιώσει κι όταν είδα τις διαφημίσεις με την «αγαπούλα την κουκούλα» και «τη φουκαριάρα τη μάνα μου». Είναι οι διαφημίσεις που συμβολίζουν την Ελλάδα που δε μ’ αρέσει. Την Ελλάδα του γηπέδου, του βρώμικου, της φοροδιαφυγής, του μέσου, της διαφθοράς, του ψυχοπονιάρη, του τεμπέλη, του λαθραίου, του καταφερτζή, του αναίσθητου, του Ελληνάρα. Το χειρότερο είναι ότι όλοι, μικροί – μεγάλοι, απ΄ όλα τα στρώματα της κοινωνίας, γελάνε με τις διαφημίσεις αυτές. Το χαίρονται, ρε παιδάκι μου.

Φρικάρω. Φρικάρω με τις διαφημίσεις και με τη συνεχή αναπαραγωγή τους. Νιώθω ένα τσίμπημα δυστυχίας όποτε ακούω τη λέξη «ομορφάντρα μου». Μου έρχεται στο νου και η εικόνα: ασπρόμαυρη Ελλάδα, κοντοί κι άσχημοι άντρες, τσίκνα, βρωμιά ιδρώτα στο γήπεδο, λίπη και λίγδες. Όταν ακούω τη φράση «τι βάζω μέσα; Τη μάνα μου και τον πατέρα μου βάζω μέσα!» μου έρχεται στο νου ένα φέρετρο σκεπασμένο με την ελληνική σημαία.

«Γιατί όμως πιστεύεις ότι έχουν τόση απήχηση αυτές οι διαφημίσεις;» με ρώτησε η φίλη μου. Μα, επειδή, ο Έλληνας σε αυτήν ακριβώς την Ελλάδα νιώθει άνετα. Στην Ελλάδα της αγαπούλας, του ομορφάντρα μου και της φουκαριάρας της μάνας του. Στην Ελλάδα της δραχμής…

http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.article&id=12309
της Χριστίνας Ταχιάου

«Ομορφάντρα Εγκώμιον»

Η Διαφήμιση δεν είναι η «Διάπλασις των Παίδων». Δεν θέλει να έχει, και δεν οφείλει να έχει, ηθικοπλαστικό ρόλο. Άλλως τε, στην Ελλάδα, η αποζημίωση που οφείλει στο κοινωνικό σύνολο για τον επιβλαβή της ρόλο -να υπηρετεί δηλαδή την υλιστική αγορά σε μία χώρα υψηλού πνεύματος- εξωφλείται, και με το παραπάνω μάλιστα, με ειδικούς φόρους, αγγελιόσημα και τον ενίοτε δημοσιογραφικό λίβελο. Η υψηλή αποστολή της διάπλασης της αισθητικής ενός λαού ανήκει άλλως τε αναμφισβήτητα σε κειμενογράφους. Αν ήταν στο χέρι τους, θα επέβαλλαν με νομοθετικό περιορισμό στους διαφημιστές να περιορίζονται σε μία αυστηρή απαρίθμηση των χαρακτηριστικών του προϊόντος ή στην προβολή υψηλής αισθητικής (στην ΕΡΤ φυσικά, ως καθ’ύλην αρμόδια). Τέρμα τα «ομορφαίνει και δεν παχαίνει». Ως γνωστόν, η Διαφήμιση «αλλοιώνει τη γεύση ρε φίλε».

Μερικές διαφημίσεις όμως, ξεφεύγουν παιχνιδιάρικα από αυτόν τον ρόλο τους και γίνονται, άθελά τους ίσως, κοινωνικά σχόλια. Μπορεί να είναι έτσι κακές διαφημίσεις – σχεδόν κανείς δεν θυμάται τι διαφημίζουν – αλλά τι μ’αυτό; Χαίρεσαι να τις βλέπεις και να τις συζητάς. Άλλες γίνονται έτσι διαφημίσεις-καθρέφτης, όπως ο «Αγαπούλας». Άλλες διαφημίσεις- case study του Harvard Business School όπως ο «Ομορφάντρας». Καθώς περιτριγυρίζομαι από μίζερους «Αλλοιώνει-τη-γεύση-ρε-φίλε», που όχι μόνο δεν βάζουν «την μάνα τους και τον πατέρα τους» στην δουλειά τους, όπως ο «Ομορφάντρας», αλλά σου συμπεριφέρονται λες και τους χρωστάς την μάνα τους και τον πατέρα τους, την χαίρομαι την Ελλάδα του Ομορφάντρα, όταν την βρίσκω.

Κι ευτυχώς, την βρίσκω όλο και πιο συχνά τελευταία. Σε μικρά ξενοδοχεία που σερβίρουν στο πρωϊνό τους ότι πιο νόστιμο έχει η περιοχή, ενώ ο ανταγωνιστής τους – επιδοτούμενος εμμέσως από το Υπουργείο Παιδείας και τις «πενταήμερες» εκδρομές του – σού κάνει χάρη να σερβίρει χυμό με συντηρητικά. Ή στον ταξιτζή που βρήκα τις προάλλες μέσω taxibeat (άλλοι ομορφάντρες αυτοί!), που μου εξηγούσε πως όταν παίρνει μία κοπέλα μόνη της το βράδυ για να την γυρίσει σπίτι από έξοδο, δίνει τον αριθμό του στον συνοδό της για να νοιώθει μεγαλύτερη σιγουριά. Την βρίσκω σε κάθε «ομορφάντρα» που κάνει την δουλειά του με κέφι και χαμόγελο και φαντασία. Που βάζει μέσα της «την μάνα του και τον πατέρα του» για να εξυπηρετήσει τον πελάτη του. Που δεν τρέχει να κρυφτεί από τον ανταγωνισμό μέσα σε συντεχνίες και κρατική προστασία. Και δεν μ’ενοχλεί καθόλου ο entrepreneur-«λαϊκάντζα» αν τον βρω να πουλάει βρώμικα στο ΟΑΚΑ κι όχι cupcakes στην Βαλαωρίτου. Του βγάζω το καπέλο και κοιτάω με σεβασμό μήπως πάρω κι εγώ κανένα μάθημα.

Γιατί την πονάω την Ελλάδα του Ομορφάντρα, και την βρίσκω παντού. Την Ελλάδα που προσπαθεί, την Ελλάδα που επιμένει, την Ελλάδα που επινοεί, την Ελλάδα που δεν το βάζει κάτω. Την Ελλάδα που δεν φοβάται να λερώσει τα χέρια της. Σκυμένη στην οθόνη ή σκυμένη στον πάγκο με τα λουκάνικα· δεν με νοιάζει. Τον «ενήλικο εαυτό» μου δεν τον ενοχλεί η τσίκνα, ούτε η άναρχη βοή της αγοράς. Μου φτάνει που βάζει στην δουλειά της «την μάνα της και τον πατέρα της». Μου φτάνει που σχεδιάζει με το δάχτυλο στο χώμα την επόμενη μέρα.

http://gregoryfarmakis.posterous.com/98377334
γ.φ.