Το εκλογικό αποτέλεσμα της προηγούμενης Κυριακής αποτελεί μία εκκωφαντική απόρριψη, αφενός, των πολιτικών λιτότητας και, αφετέρου, του πολιτικού προσωπικού που κλήθηκε να διαχειριστεί τη μεγαλύτερη κρίση στα χρόνια της Μεταπολίτευσης.

Η αδυναμία των ηγεσιών – τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη – να επεξεργαστούν ένα πειστικό αφήγημα και να εφαρμόσουν ένα πλέγμα πολιτικών για την αντιμετώπιση της κρίσης, έδωσε έδαφος σε λαϊκίστικα και εξτρεμιστικά κινήματα να γιγαντώσουν την επιρροή τους.

Όταν το 2010 ξέσπασε η κρίση στην Ελλάδα, αρκετοί έσπευσαν να την ταξινομήσουν ως μία ειδική περίπτωση, κρύβοντας κάτω από το χαλί του ελληνικού “εξαιρετισμού” όλα τα δομικά προβλήματα της Ευρωζώνης. Σύντομα, ωστόσο, το ελληνικό πρόβλημα μετατράπηκε σε ευρωπαϊκό, πλήττοντας τα περισσότερα κράτη – μέλη της περιφέρειας.

Από το 2011 άρχισαν να γίνονται κάποια ουσιαστικά βήματα, προκειμένου να δοθεί μία πειστική απάντηση και να διασωθεί το μεγαλύτερο επίτευγμα της μεταπολεμικής Ευρώπης, η ίδια η ύπαρξη της ΕΕ. Γιατί, ας μην κρύβουμε αυταπάτες, πιθανή διάλυση της Ευρωζώνης θα σήμανε την αρχή της αποσύνθεσης της ΕΕ και την επιστροφή στον οικονομικό εθνικισμό, που πυροδότησε τους 2 Παγκοσμίους Πολέμους και αιματοκύλισε την Γηραιά Ήπειρο.

Στο εθνικό επίπεδο, οι εγχώριες δημαγωγικές και αριστερίστικες φωνές “βάφτισαν” την κρίση ως καθαρά ευρωπαϊκή υπόθεση, η οποία επιβλήθηκε μέσω του μνημονίου. Αγνοώντας τις παθογένειες του πολιτικο-διοικητικού συστήματος, τις συσσωρευμένες αμαρτίες ετών και την αδυναμία δανεισμού από τις αγορές, υιοθέτησαν λανθασμένα την άποψη ότι ο ασθενής είναι κλινήρης εξαιτίας της θεραπείας και όχι λόγω της ασθένειας.

Η θεραπεία, λοιπόν, παρότι σκληρή και άδικη, σε αρκετές περιπτώσεις, ήταν η μοναδική επιλογή να κρατηθεί η Ελλάδα εν ζωή και, συν τοις άλλοις, εμπεριέχει και απαραίτητες μεταρρυθμίσεις, τις οποίες αν είχαμε υλοποιήσει αυτοβούλως εδώ και καιρό θα είχαμε αποφύγει την κατάσταση που βιώνουμε τα τελευταία 5 χρόνια. Το εναλλακτικό σενάριο της άτακτης χρεοκοπίας θα είχε οδηγήσει τη χώρα σε μία εφιαλτική πορεία, με την ανεργία να φτάνει κοντά στο 50%, τη δραχμή να υποτιμάται κατά τρόπο ανάλογο της Κατοχής και τον πληθωρισμό να τείνει ανεξέλεγκτος. Δεδομένης δε της αποσάθρωσης της παραγωγικής βάσης, η χώρα θα βίωνε μια πραγματική ανθρωπιστική κρίση, όπου η σημερινή δύσκολη κατάσταση θα φάνταζε παράδεισος. Για να μην αναφερθώ στις κοινωνικές εκρήξεις και την πολιτική αστάθεια που θα επικρατούσε.  

Αναφορικά με τα προγράμματα στήριξης, αμφότερες οι πλευρές παρέλειψαν δύο κομβικά ζητήματα: αφενός, οι εταίροι – πιστωτές έπρεπε παράλληλα με τα μέτρα προσαρμογής να επεξεργαστούν και να εφαρμόσουν ένα αναπτυξιακό σχέδιο, το οποίο θα λειτουργούσε ως αντίβαρο στη λιτότητα και την ύφεση και, αφετέρου, η ελληνική πλευρά θα έπρεπε να είχε δώσει μεγαλύτερο βάρος στις διαρθρωτικές αλλαγές, ώστε να εγκαθιδρύσει ένα λειτουργικό θεσμικό πλέγμα, να απελευθερώσει δυνάμεις, να αυξήσει την αξιοπιστία και το διαπραγματευτικό της κεφάλαιο και να σταθεροποιήσει περαιτέρω την πολιτική και οικονομική κατάσταση της χώρας.
Και το ερώτημα που τίθεται τώρα είναι το εξής: τι επιλογές έχει η πρόσφατα εκλεγμένη κυβέρνηση και ποιες οι πιθανές συνέπειες τους στην κοινωνία;

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ έχει ελάχιστο χρόνο και 2 συγκεκριμένες επιλογές: είτε ρήξη είτε έναν έντιμο συμβιβασμό.

Αν ακολουθήσει την πρώτη επιλογή, θα βυθίσει τη χώρα στο χάος, την ακυβερνησία και την απομόνωση. Δεν χρειάστηκαν παρά μερικές άτυχες διατυπώσεις λίγων νέο-διορισμένων υπουργών της, χωρίς καν να έχουν προηγηθεί οι προγραμματικές δηλώσεις του πρωθυπουργού στη Βουλή, και η οικονομική ζημία που προκλήθηκε ήταν δυσανάλογα μεγάλη.

Και όταν κάνουμε λόγο για οικονομική ζημία αναφερόμαστε κυρίως στα εξής: 1) Χρηματιστηριακό κραχ, με τις μετοχές των τραπεζών να οδηγούν το ράλι καθόδου. Και όσοι πιστεύουν ότι το συγκεκριμένο γεγονός δεν πλήττει την τσέπη μας, αγνοούν ότι το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ) συμμετέχει με ποσοστό περίπου 70% στις μετοχές των τραπεζών και, άρα, χρήματα του Έλληνα φορολογούμενου εξαϋλώθηκαν από την κατακόρυφη πτώση στις αξίες. 2) Η διατήρηση της αβεβαιότητας δημιουργεί πανικό, κάτι που μπορεί να οδηγήσει σε bank run και κατάρρευση του τραπεζικού τομέα, με ότι αυτό συνεπάγεται. 3) Η αμφιθυμία και η διγλωσσία στερούν πολύτιμα έσοδα από τα δημόσια ταμεία. Έχει παρατηρηθεί ήδη από την ημέρα προκήρυξης των εκλογών σημαντική υστέρηση εσόδων.

Από τα παραπάνω καθίσταται εμφανές ότι η αβεβαιότητα είναι το μείζον ζήτημα που πρέπει άμεσα να διευθετηθεί. Ατυχείς δηλώσεις, μπλόφες και τσαμπουκάδες οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια σε πιστωτικό γεγονός και πολιτική αστάθεια. Οι on-camera λεονταρισμοί, άλλωστε, δεν αυξάνουν ούτε την διαπραγματευτική μας ισχύ ούτε προσφέρουν λύσεις. Μπορεί αρκετοί να ικανοποιούνται πρόσκαιρα από τα θεάματα, αλλά η συντριπτική πλειοψηφία σύντομα θα αναζητήσει άρτους.

Η παιδαριώδης σκηνή των Βαρουφάκη – Νταϊσελμπλουμ ζημίωσε και τις δύο πλευρές. Από τη μία, είναι ανεπίτρεπτο για έναν Ευρωπαίο αξιωματούχο να χάνει την ψυχραιμία του και να αντιδράει κατά αυτό τον τρόπο (δείγμα και αυτό του ελλείμματος ηγεσίας στην ΕΕ). Από την άλλη, ο Έλληνας υπουργός Οικονομικών πρέπει να καταλάβει ότι δεν αντιπροσωπεύει πλέον μόνο τον εαυτό του και τις ιδέες του, μέσα σε ένα ακαδημαϊκό περιβάλλον που του παρέχει την σχετική ασφάλεια, αλλά τα λόγια και οι πράξεις του έχουν αντίκτυπο σε 11 εκατ. ψυχές. Η πυροσβεστική παρέμβαση του πρωθυπουργού στο Bloomberg και η αλλαγή στάσης του ΥΠΟΙΚ, τόσο την Παρασκευή το βράδυ στο BBC όσο και κατά την επίσκεψη του στο Παρίσι, αποσόβησαν προσωρινά τον πανικό και τον κίνδυνο της άτακτης χρεοκοπίας.

Η δεύτερη επιλογή που έχει μπροστά της η κυβέρνηση είναι αυτή του έντιμου συμβιβασμού. Με βάση το καλό σενάριο, η κυβέρνηση θα αποδεχτεί τη συνέχιση ενός προγράμματος διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και οι εταίροι – πιστωτές θα συμφωνήσουν στο να προσφέρουν χρόνο στην ελληνική κυβέρνηση, μέσω μίας συμφωνίας “γέφυρας” που θα καλύπτει τις χρηματικές μας ανάγκες έως τον Μάιο. Εκεί και πάλι η ελληνική πλευρά, θα κληθεί να παρουσιάσει την πρόοδο που έχει επιτύχει στις μεταρρυθμίσεις, τις αποκρατικοποιήσεις, την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και της διαφθοράς, προκειμένου να επωφεληθεί από το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ, το οποίο ανακοινώθηκε πριν 2 εβδομάδες από τον Ντράγκι, και το αναπτυξιακό πρόγραμμα της Επιτροπής, το οποίο έχει ήδη προαναγγελθεί από τον Γιούνγκερ.

Αν και οι δύο πλευρές αφήσουν στην άκρη τον λαϊκισμό, θα επωφεληθούν και οι δύο. Σε διαφορετική περίπτωση, το Grexit θα είναι καταστροφικό τόσο για εμάς όσο και για την Ευρωζώνη, καθώς θα ανοίξει τους ασκούς του Αιόλου για μελλοντικές αποχωρήσεις. Ωστόσο, το εγχείρημα είναι εξαιρετικά δύσκολο. Ο μεν Τσίπρας πρέπει να πείσει τους συντρόφους του για την αναγκαιότητα των μεταρρυθμίσεων και για την αθέτηση του μεγαλύτερου μέρους του προγράμματος της Θεσσαλονίκης. Η δε Μέρκελ οφείλει να ηγηθεί και να εξηγήσει στο δικό της εσωτερικό ακροατήριο, γιατί η παραμονή της Ελλάδας στην Ευρωζώνη έχει πολλά περισσότερα οφέλη από το διακύβευμα διάλυσης της. Και οι δύο πλευρές οφείλουν να αφήσουν στην άκρη τις ιδεοληψίες τους και να συμπεριφερθούν ως πραγματικοί ηγέτες!

Υ.Γ.: Η πολιτική και οικονομική κατάσταση που έχει διαμορφωθεί αποτελεί ένα εξαιρετικά δύσκολο παζλ. Η χώρα εκτός από μία στροφή του ΣΥΡΙΖΑ προς τον ρεαλισμό, έχει ανάγκη όσο ποτέ άλλοτε την παρουσία μίας σοβαρής και μεταρρυθμιστικής αντιπολίτευσης. Το άρθρο του Θανάση Μαυρίδη με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο για το τί έρχεται αν αποτύχουμε: http://www.capital.gr/news.asp?id=2217228

Γιάννης Μανώλης
Υπ. Δρ. Πολιτικής Επιστήμης 

Ακολουθείστε μας στο Google News