Ο πρώην δήμαρχος Αυλωναρίου και μέλος του Κινήματος Αλλαγής στην Εύβοιας Δημήτρης Κατσούλης κάνει τον δικό του απολογισμό ένα μήνα μετά τις καταστροφικές πλημμύρες που έπληξαν την Εύβοια την 9η Αυγούστου 2020.

Σχεδόν ένα μήνα μετά την καταστροφική θεομηνία της 9ης Αυγούστου 2020 που έπληξε την Εύβοια και οι πληγές παραμένουν ανοικτές. Οι πληγέντες ζουν ακόμη στις λάσπες, οι ενισχύσεις από την Πολιτεία έρχονται με το σταγονόμετρο και ο φόβος ότι με τον χρόνο θα ξεχαστούν στη δυστυχία τους πλανάται παντού στο Βασιλικό, στο Μπούρτζι, στα Ψαχνά και τα Πολιτικά.
Οι κατόπιν εορτής προσπάθειες της Κυβέρνησης, της Περιφέρειας και των Δήμων υπήρξαν και είναι ενδεχομένως οι δέουσες με εκατοντάδες μηχανήματα και επαγγελματίες να έχουν ριχτεί στην μάχη αλλά όλα αυτά δεν αρκούν. Και λέμε κατόπιν εορτής διότι στον κρίσιμο χρόνο της πρόληψης δεν έγιναν εκείνα που έπρεπε να γίνουν.
Η Πολιτική Προστασία αντί να είναι όντως επιτελική και να μεταφερθούν οι βραχίονες άμεσης επέμβασης σε περιφερειακό επίπεδο με την συνδρομή και των δημοτικών μηχανισμών, παραμένει απαράδεκτα συγκεντρωτική όχι μόνο στην επιχειρησιακή δράση – που έως ένα σημείο δικαιολογείται- αλλά και κυρίως στην πολιτική και διοικητική διαχείριση των κρίσεων. Απέτυχε έως τώρα παντού και στο Μάτι και στην Εύβοια.

Από την άλλη πλευρά στην Εύβοια έχουμε τα τελευταία χρόνια μία ειδική κατάσταση: Σχεδόν διαρκώς, μεγάλα τμήματα του Νομού είναι υπό καθεστώς εκτάκτου ανάγκης για πολλούς μήνες λόγω καταστροφικών πυρκαγιών ή θεομηνιών που η μία διαδέχεται την άλλη. Οι πυρκαγιές στην Βόρεια Εύβοια, ο Ζορμπάς, οι πυρκαγιές στην Κεντρική Εύβοια, η Ζηνοβία και τώρα η Θάλεια. Ο Νομός διαρκώς σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης η οποία βιώνεται από το πολιτικό και διοικητικό σύστημα ως διαδικασία διαχείρισης των προβλημάτων με το νομικό πλαίσιο του κατεπείγοντος που επιτρέπει άμεσες αποφάσεις, απευθείας αναθέσεις και ως εκ τούτου στοχεύει και στα άμεσα αποτελέσματα. Όλα αυτά έρχονται εκτός από τα αποτελέσματα.

Για παράδειγμα, η διαχείριση των αποκαταστάσεων από τις καταστροφές του Ζορμπά που επήλθαν στο τέλος Σεπτέμβρη του 2018 χρηματοδοτήθηκαν με 15.170.000 ευρώ από το ΠΔΕ (ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΒΛΑΒΩΝ ΤΩΝ ΥΠΟΔΟΜΩΝ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ Π.Ε.ΕΥΒΟΙΑΣ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΜΑΝΤΟΥΔΙΟΥ – ΛΙΜΝΗΣ – ΑΓ. ΑΝΝΑΣ &ΔΗΜΟΥ ΙΣΤΙΑΙΑΣ – ΑΙΔΗΨΟΥ ΜΕΤΑ ΤΑ ΕΝΤΟΝΑ ΚΑΙΡΙΚΑ ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ ΤΗΣ 29 & 30-9-2018 ΚΑΙ 1-10-2018» και ενάριθμο 2018ΕΠ86600002) Το έργο σπάστηκε σε 10 υποέργα τα οποία συμβασιοποιήθηκαν μόλις το 2020 και δεν έχουν ολοκληρωθεί. Σχεδόν δύο χρόνια μετά!

Από αυτά μόνο τέσσερα υποέργα αναφέρονται στην καθαριότητα, άρση προσχώσεων και αποκατάσταση βλαβών τεχνικών έργων ποταμών και ρεμάτων συνολικού προϋπολογισμού 5.680.000 ευρώ και μετά την συμβασιοποίηση συνολικού προϋπολογισμού 3,160.182,44 ευρώ με μέση έκπτωση 50,37% (από 20,15% έως 66,59%). Εν τω μεταξύ, ελάχιστοι έως μηδενικοί πόροι διατέθηκαν, από άλλα έργα, για τον καθαρισμό των χειμάρρων στις περιοχές που επλήγησαν τον Αύγουστο του 2020.

Με την ίδια μέθοδο αποφάσισε το Περιφερειακό Συμβούλιο, στη συνεδρίαση της 3ης Σεπτεμβρίου 2020, να γίνει η διαχείριση των αποκαταστάσεων από τις καταστροφές της «Θάλειας» σε δρόμους και ποτάμια και αναμένεται η εκτέλεση των έργων αυτών το 2022.

Στα παραπάνω παραδείγματα απουσιάζουν παντελώς τα ουσιαστικά αντιπλημμυρικά έργα. Οι αποκαταστάσεις, εάν δεν τις προλάβει η επόμενη θεομηνία στα ίδια μέρη, επαναφέρουν ίσως τα πράγματα στην προτεραία κατάσταση, όπως ήταν πριν την καταστροφή, μόνο ως προς τις δημόσιες και κοινόχρηστες υποδομές, γιατί οι περιουσίες και οι ζωές δεν ξαναγυρίζουν πίσω, συνήθως τις παίρνει το ποτάμι ή θάβονται στην λάσπη!!! Η προτεραία κατάσταση όμως περιλαμβάνει και κάποιες από τις αιτίες που μετέβαλαν την θεομηνία σε καταστροφή!!! Η θεραπεία, η άρση αυτών είναι μόνο η ολοκληρωμένη αντιπλημμυρική υποδομή που συνίσταται στην οριοθέτηση των χειμάρρων και ρεμάτων και στην κατασκευή των αντίστοιχων έργων διευθέτησης είτε αυτά είναι προστασία των πρανών με κατάλληλα αντιπλημμυρικά συρματοκυβώτια (Σαραζανέτι) είτε η διάνοιξη της κοίτης τους και των εκβολών εκεί που έχουν μπαζωθεί και δοθεί στην οικιστική χρήση. Πολλές φορές η ιστορία των πλημμυρών έδειξε ότι η φύση είναι πιο δυνατή από τον άνθρωπο και την Πολιτεία. Γιαυτό τα έργα διευθέτησης πρέπει να υπακούουν στους κανόνες της οριοθέτησης διαφορετικά θα αποδειχθούν μάταια και αναποτελεσματικά.

Έτσι εχόντων των πραγμάτων, στην πλημμύρα της Εύβοιας η Κυβέρνηση από την αρχή έκανε εντελώς το διαφορετικό. Από την επομένη της επίσκεψης του Πρωθυπουργού έως σήμερα μίλησε για όλα και μάλιστα για εκείνα που ξέρει ότι είναι φετίχ στην Εύβοια (οδικούς άξονες) για να καλμάρει την απόγνωση και την οργή αλλά ούτε κουβέντα για τα αντιπλημμυρικά έργα που έχει ανάγκη το Ληλάντιο και η περιοχή των Μεσσαπίων, έργα γνωστά προ πολλού που συνήθως δεν αγγίζονται. Ούτε ο Υπουργός Υποδομών που ήρθε δύο φορές έως τώρα στις πληγείσες περιοχές, είπε κουβέντα.

Μετά την αναποτελεσματικότητα της Πολιτείας στην πρόληψη αυτό ήταν το επόμενο ατόπημα. Ο Πρωθυπουργός όφειλε, βλέποντας με τα μάτια του το αποτέλεσμα της διαχρονικής ουσιαστικής απουσίας της Πολιτείας από την ευθύνη, να ανοίξει τον δρόμο για το ολοκληρωμένο σχέδιο αντιπλημμυρικής προστασίας του Λήλαντα και του Μεσσάπιου. Δεν τόλμησε.

Όσο για την Περιφερειακή Αρχή που επί έξι χρόνια ασκεί την εξουσία στην Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας, η αμηχανία των πρώτων ημερών έπρεπε να την οδηγήσει στην διαπίστωση ότι, όπως και στις προηγούμενες θεομηνίες, δεν αρκεί ο κατόπιν εορτής επικοινωνιακός οίστρος ούτε η έως σήμερα πολιτική, διοικητική και επιχειρησιακή διαχείριση των αποκαταστάσεων που κινείται σε συνθήκες ανεπαρκών τεχνικών μελετών, κατά κόρο χρήση της διαδικασίας διαπραγμάτευσης χωρίς ή με δημοσίευση που τελικά δεν εξασφαλίζει ούτε σύντομους χρόνους ούτε και επαρκείς τεχνικές προσφορές που τελικά εκθέτουν την πολιτική ηγεσία. Φαίνεται τελικά ότι η επέλευση των φυσικών καταστροφών «τρέφει» ένα καλά οργανωμένο σύστημα διαχείρισης που παράγει εργολαβίες αλλά δεν φέρνει αποτελέσματα.

Κατά την γνώμη μας, η διαχείριση των αποκαταστάσεων πρέπει να συνοψίζεται στα απολύτως αναγκαία, συγκεντρωμένα σε ενιαία έργα χωρίς τον δαίδαλο των υποέργων και με κρίσιμο κριτήριο την ταχύτητα και την ποιότητα εκτέλεσης. Με προϋπολογισμό όσο γίνεται πιο κοντά στο πραγματικό κόστος, γιατί δεν έχουν σημασία οι εκπτώσεις αλλά η ταχύτητα στην εκτέλεση και κυρίως η τεχνική επάρκεια και η ποιότητα του έργου. Το να δρομολογείς στο όνομα της εκτάκτου ανάγκης διαδικασίες που χρονικά και επιχειρησιακά σε φθάνουν σχεδόν στο χρονικό ορίζοντα της τακτικής διαδικασίας τότε είναι ίσως καλύτερα να ακολουθείς αυτήν με όρους διαφάνειας, λογοδοσίας, ποιότητας και οικονομικότητας.

Αντί να διεκδικείς μεγάλα ποσά για αποκαταστάσεις που πράγματι λόγω της έκτακτης ανάγκης μπορείς να τα πάρεις και εν συνεχεία να τα αναθέσεις με υπερβάλλουσες εκπτώσεις, ως να διαχειρίζεσαι έργα ρουτίνας, μπορείς και πρέπει να δρομολογήσεις πάραυτα και να ωριμάσεις επίμονα και εντέλει να εκτελέσεις τα αναγκαία – ολοκληρωμένου σχεδιασμού- αντιπλημμυρικά έργα. Όχι μόνο γιατί αυτά θεραπεύουν τις αιτίες αλλά διότι αυτά θωρακίζουν τα ποτάμια και τους παραποτάμιους οικισμούς από τις επόμενες θεομηνίες και περιορίζουν έτσι τις μελλοντικές απαιτήσεις αποκαταστάσεων.
Μία υπεύθυνη Περιφερειακή Αρχή οφείλει να επιτύχει άμεσα, όχι στο μέλλον, την ολοκλήρωση των μελετών για την οριοθέτηση του Λήλαντα, του Μεσσάπιου και των παραποτάμων τους καθώς και όλων των ρεμάτων στις πληγείσες περιοχές αλλά και σε όλη την Εύβοια. Οι μελέτες αυτές εκκρεμούν σχεδόν δύο δεκαετίες. Χωρίς οριοθέτηση κανένα αντιπλημμυρικό έργο δεν θα έχει αποτέλεσμα, ούτε ασφαλώς και οι εκτεταμένες κατόπιν της καταστροφής αποκαταστάσεις.

Οι οριοθετήσεις, επειδή πρέπει να υπακούουν στους κανόνες της επιστήμης και της τεχνικής, συνήθως απογοητεύουν τους πολιτικούς, τους σιτιζόμενους στο «πρυτανείο» και εκείνους που έχουν ήδη αναπτύξει δραστηριότητα ή απέκτησαν περιουσία στην «κοινή τοις πάση» κοίτη του χειμάρρου ή του ρέματος. Εδώ ακριβώς κρίνεται η αξιοπιστία και το κύρος της Ηγεσίας. Να προχωρήσει χωρίς αναστολές και φόβο του πολιτικού κόστους.

Σήμερα για παράδειγμα όλοι γνωρίζουν ότι οι εκβολές του Λήλαντα πρέπει να ανοίξουν όπως εξάλλου θα επιτάσσει κάθε μελέτη οριοθέτησης. Συνεπώς ιδιοκτησίες και κτίσματα πρέπει να γκρεμιστούν, όχι ίσως όλα όσα στένεψαν την κοίτη αλλά εκείνα που χωρίς το γκρέμισμά τους θα συνεχίσουμε να μετράμε πολλαπλές καταστροφές. Όλα αυτά θα γίνουν όπως επιτάσσει ο νόμος αλλά πρέπει να γίνουν. Μετά θα έρθουν τα έργα διευθέτησης, κατά κανόνα τα κατάλληλα τοιχία που θα προστατεύσουν την κοίτη του χειμάρρου και θα εξασφαλίσουν την ακεραιότητα των παραποτάμιων ιδιοκτησιών.

Αυτά είναι τα έργα που παράγουν υπεραξία για τον τόπο. Αυτά που έως σήμερα γίνονται είναι απλώς ασπιρίνες χρυσοπληρωμένες που θα γίνουν λάσπη και θα χαθούν στην επόμενη καταστροφή.
Τέλος, γίνεται λόγος για την «φιλοσοφία» της διαχείρισης των έργων της περιφερειακής ενότητας Εύβοιας. Εδώ όμως μιλάμε για ζωές που χάνονται, για περιουσίες μεροκαματιάρηδων που καταστρέφονται, για την οικονομική και κοινωνική ζωή τοπικών κοινωνιών που τρέμουν πια τον χειμώνα, και θα καθίσουμε να σκεφθούμε την φιλοσοφία της διαχείρισης των έργων; Εάν αυτή δεν υπηρετεί την αποτελεσματικότητα, τη διαφάνεια, την ποιότητα και την λογοδοσία δεν ενδιαφέρει κανέναν παρά μόνο όσους σιτίζονται στο «πρυτανείο». Η έως σήμερα διαχείριση έχει αναδείξει την πολιτική και διοικητική ανεπάρκεια της πολιτικής και διοικητικής ηγεσίας της Περιφέρειας και οφείλουν να μάθουν από τα λάθη τους και να γίνουν καλύτεροι χωρίς άλλη χρονοτριβή.

Όσο για εκείνους που πιστεύουμε στην διαφάνεια, την λογοδοσία, την δημοκρατική διακυβέρνηση των δημοσίων υποθέσεων και κυρίως στον ενεργό ρόλο Πολιτείας αλλά και κοινωνίας των πολιτών στην διαχείριση των δημοσίων πραγμάτων και εν προκειμένω των κινδύνων που διαρκώς αυξάνονται από την κλιματική αλλαγή καλό είναι να παραμένουμε πιο ενεργοί και απαιτητικοί. Το οφείλουμε εξάλλου σε όσους σήμερα, χθες και ενδεχομένως αύριο χάσουν την ζωή, το βιός και την ελπίδα τους μέσα στην λάσπη και στην απόγνωση.