Από την δήλωση υποστήριξης των Υποψηφίων έως και την εκλογή. Από τον δρόμο για την ανάδειξη της νέας ηγεσίας στο Κίνημα Αλλαγής ένα αναπόφευκτο ερώτημα είναι το τι κόμμα θέλουμε, ή, ορθότερο, με ποια μορφή κόμματος επιτυγχάνεται το διακύβευμα της ανάκτησης της πολιτικής ηγεμονίας στον προοδευτικό χώρο αλλά και στο ολικό πολιτικό σύστημα.

Η απάντηση στο ερώτημα επίσης αναπόφευκτα ξεκινά από το τι κόμμα έχουμε σήμερα, όταν το Κίνημα Αλλαγής φαίνεται να έχει αγγιστρωθεί σε ποσοστά αρκετά κάτω του διψήφιου αριθμού.

Το Κίνημα Αλλαγής το 2017 ξεκίνησε με άλλη δυναμική και άλλες προοπτικές. Εξαιρετικά ευοίωνες όταν 220.000 πολίτες προσήλθαν στις κάλπες για την ανάδειξη της ηγεσίας στις εκλογές που φάνηκαν να κινητοποιούν ευρύτερες δυνάμεις τις κεντροαριστεράς και του κέντρου. Η δυναμική αυτή δεν μετουσιώθηκε σε ένα ισχυρό πολυσυλλεκτικό πολιτικό φορέα αλλά φυλλορρόησε είτε προς την Νέα Δημοκρατία είτε προς τον ΣΥΡΙΖΑ. Συνεπώς ένα κεντρικό διακύβευμα εκείνο της ευρείας συσπείρωσης πήγε περίπατο.

Το Κίνημα Αλλαγής συρρικνώθηκε στις εναπομείνασες πασοκογενείς δυνάμεις και σε ελάχιστα στελέχη προερχόμενα από την ανανεωτική αριστερά.

Το συνέδριο του 2018 διεξήχθηκε ήδη με εμφανή τα πρώτα δείγματα αποσυσπείρωσης και την παντελή απουσία ουσιαστικού προσυνεδριακού διαλόγου και την ακύρωση της δημοκρατικής εκλογής των συνέδρων. Ακολούθησαν οι εκλογές των δημοτικών οργανώσεων με επίσης περιορισμένη συμμετοχή σε σχέση με τον Νοέμβρη του 2017 και ουσιαστικά με εκλογή συντονιστικών επιτροπών που παρέμειναν αδρανείς αν όχι άφαντες όλα αυτά τα χρόνια.

Οι Νομαρχιακές Επιτροπές, όργανα ενδιάμεσης εσωκομματικής δημοκρατίας παρέμειναν διορισμένες από το Οργανωτικό στην βάση των κεντρικών συσχετισμών χωρίς δράση μέσα στην κοινωνία και χωρίς κανέναν ουσιαστικό ρόλο.

Το Κίνημα παρέμεινε κόμμα κλειστό στην βάση ενώ στην κορυφή υπήρξε κόμμα μεγαλοστελεχών που παρά την φιλότιμη και εν πολλοίς αξιόλογη κοινοβουλευτική παρουσία δεν κατόρθωνε να σπάσει το τείχος των συστημικών Μέσω Ενημέρωσης ιδίως όταν αντιδρούσε στις πολιτικές της Κυβέρνησης. Η βάση του κινήματος όλο αυτό το διάστημα ελάμβανε τα μηνύματα που επέτρεπε το τείχος των συστημικών μέσων και τα κοινωνικά δίκτυα. Οργάνωση μηδέν, παραγωγή πολιτικής με συμμετοχή της βάσης άγνωστη λέξη, ταυτόχρονα αποϊδεολογικοποίηση και θολή προγραμματική και ιδεολογική πλατφόρμα. Οι προθέσεις περί ανοίγματος και ανασυγκρότησης συνήθως ναυαγούσαν στις φοβικές αντιλήψεις περιχαράκωσης στους μηχανισμούς.

Αυτό είναι το κόμμα που τον Δεκέμβρη θα πάει στις εκλογές για την ανάδειξη της Ηγεσίας. Το ανοργάνωτο κόμμα φυσικά δεν έχει ενεργά και ταμειακά εντάξει μέλη. Δεν έχει ενημερωμένο Μητρώο. Η παντελής έλλειψη κομματικής πολιτικής ζωής στην αδρανή βάση, ο διορισμός όλων των Νομαρχιακών Επιτροπών, θα καθιστούσαν και αυτές τις εκλογές αφετηρία εκκίνησης. Η πανδημία εξάλλου γίνηκε ένα κλειδί πασπαρτού για την ακύρωση κάθε δημοκρατικής λειτουργίας.

Συνεπώς το μέγα διακύβευμα δεν είναι η επιλεκτική εφαρμογή του Καταστατικού όταν βολεύει αλλά η οργάνωση και διεξαγωγή εκλογών ανοικτών στην προοδευτική κοινωνία που ενδιαφέρεται να ακολουθήσει την παράταξη, η διεξαγωγή ανοικτού και πολυεπίπεδου δημοκρατικού διαλόγου για το ιδεολογικό και προγραμματικό προσανατολισμό, η στρατηγική για την πολιτική αυτονομία που αποτελεί όρο για την ανάκτηση της πολιτικής ηγεμονίας στο πολιτικό σύστημα και ιδίως στον προοδευτικό χώρο.

Ένα Κίνημα Αλλαγής ανοικτό στην προοδευτική κοινωνία δεν επιτρέπεται να αποκλείει την συμμετοχή σε όλα τα στάδια της εκλογικής διαδικασίας, συνεπώς και στην ανάδειξη των υποψηφίων, των προοδευτικών πολιτών που είτε δεν ανανέωσαν την εγγραφή τους στο ανοργάνωτο κόμμα με τις άφαντες οργανώσεις, είτε τώρα αποφασίζουν να συμμετέχουν για να ξαναγυρίσουν σε ένα νέο μεγάλο κίνημα δημοκρατικού σοσιαλισμού, είτε αυτό λέγεται Κίνημα Αλλαγής είτε λέγεται Νέο ΠΑΣΟΚ ή όπως αλλιώς αποφασίσει το επόμενο δημοκρατικό συνέδριο. Αν επιμένει στους αποκλεισμούς και κλείνει τις διαδικασίες στην κοινωνία, τότε υπονομεύει εξαρχής τον μοναδικό υπαρξιακό του στόχο, να ξαναγίνει μεγάλο κόμμα. Γιατί η επάνοδος των παλαιών μελών και φίλων, η είσοδος νέων ανθρώπων που ενδεχομένως αναζητούν σε ένα σύγχρονο κόμμα δημοκρατικού σοσιαλισμού την συμμετοχή τους στην πολιτική ζωή, είναι κλειδί για να ξαναγίνει η παράταξη ισχυρός πόλος στο πολιτικό σύστημα. Διαφορετικά θα μείνει μικρό κόμμα υποχείριο κάθε λογής ισχυρού κέντρου εξουσίας πολιτικής ή μη.

Γιαυτό η ανοικτή συμμετοχή όλων των πολιτών φίλων του Κινήματος Αλλαγής τόσο στη διαδικασία ενυπόγραφης υποστήριξης των υποψηφιοτήτων όσο και στην εκλογική διαδικασία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με χειραγωγικούς χειρισμούς που τελικά οδηγούν σε αποκλεισμό της προοδευτικής κοινωνίας έτσι ώστε να προδιαγράφεται η σταθερή αγκύρωση του Κινήματος σε συμπληρωματικούς και όχι ηγετικούς ρόλους στο πολιτικό σύστημα.

Σε τελική ανάλυση, επειδή η μεγάλη δημοκρατική σοσιαλιστική παράταξη που ίδρυσε ο Ανδρέας Παπανδρέου και άλλαξε την Ελλάδα δεν είναι κτήμα κομματικού μηχανισμού αλλά είναι κτήμα όλων των προοδευτικών πολιτών και η ανοικτή συμμετοχή τους είναι ιστορικό πολιτικό δικαίωμα, κανείς δεν μπορεί να τους αρνηθεί την συγκέντρωση υπογραφών, την κατάθεση και την αξίωση τόσο της υποστήριξης των υποψηφιοτήτων όσο και της ενεργής συμμετοχής στην δημοκρατική, αξιόπιστη και έντιμη εκλογική διαδικασία. Με την προοδευτική κοινωνία λοιπόν χωρίς κανέναν δισταγμό.

Γράφει ο πρώην Δήμαρχος Αυλωναρίου Δημήτρης Κατσούλης.

Ακολουθείστε μας στο Google News