Την άποψη του για την εδραίωση της Χρυσής Αυγής, σχεδόν ένα χρόνο μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, εφράζει με επιστολή του ο Σίμος Ανδρονίδης υποψήφιος διδάκτορας του τμήματος Πολιτικών Επιστημών στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Σχεδόν 1 χρόνο μετά την δολοφονία του αντιφασίστα μουσικού Παύλου Φύσσα, το νεοναζιστικό μόρφωμα της Χρυσής Αυγής, έχει εδραιώσει την θέση του κοινωνικά, πολιτικά, εκλογικά. Η δολοφονία του Παύλου Φύσσα, στις 17 Σεπτεμβρίου 2013 στο Κερατσίνι, δεν λειτούργησε απονομιμοποιητικά για την νεοναζιστική Χρυσή Αυγή. Αντιθέτως, τέθηκε σε κοινωνική και πολιτική «κίνηση» μία διαδικασία αντίστροφης φοράς. Η δολοφονία του Παύλου Φύσσα από το μέλος της Χρυσής Αυγής Γιώργο Ρουπακιά, καθώς και η μετέπειτα σύλληψη και προφυλάκιση των ηγετικών στελεχών της οργάνωσης, συνέβαλλαν όχι στην προσίδια απονομιμοποίηση του νεοναζιστικού μορφώματος αλλά στην περαιτέρω κοινωνική, πολιτική και εν τέλει εκλογική εδραίωση του, όπως έδειξαν και τα αποτελέσματα των Ευρωεκλογών που διεξήχθησαν στις 25 Μαΐου.

Σχεδόν 1 χρόνο μετά από την δολοφονία του Παύλου Φύσσα η Χρυσή Αυγή, έχει καταφέρει να αυξήσει την κοινωνική διεύρυνση και επιρροή της, προτάσσοντας έναν ψευδεπίγραφο «αντισυστημισμό του διωκόμενου». Σε αυτό το πλαίσιο, η ηγεσία της οργάνωσης έχει υιοθετήσει την στάση του πολιτικού «θύματος» το οποίο διώκεται από τις «κατεστημένες» πολιτικές δυνάμεις οι οποίες ενεργούν και επενεργούν κατόπιν εντολής των ξένων «τοκογλυφικών» δυνάμεων. Βέβαια,  αυτό τον χρόνο, χρόνο συμπύκνωσης πολιτικών νοημάτων και στάσεων, το συνεπές αντιφασιστικό κίνημα κατάφερε πολλά. Και κύρια κατάφερε να αναδείξει τον νεοναζιστικό χαρακτήρα της οργάνωσης, που συνδέεται και συμφύεται οργανικά με πράξεις λεκτικής και σωματικής βίας, με βιολογικό και κοινωνικό  ρατσισμό, καθώς και με την σχεδόν καθημερινή δραστηριοποίηση των ταγμάτων εφόδου-καταστολής της οργάνωσης.

Η ενεργοποίηση της δικομματικής κυβέρνησης και της δικαιοσύνης, η άσκηση διώξεων με την κατηγορία της συμμετοχής και της διεύθυνσης εγκληματικής οργάνωσης, η προφυλάκιση ηγετικών στελεχών, (Μιχαλολιάκος, Παππάς), νοούνται κύρια ως αποτέλεσμα της δράσης του συνεπούς αντιφασιστικού κινήματος, μία «δράση» η οποία ενείχε όλα τα χαρακτηριστικά της «από κάτω» κινητοποίησης και δραστηριοποίησης. Η κατόπιν εορτής κινητοποίηση της δικομματικής κυβέρνησης και της δικαστικής εξουσίας, κατέδειξε και τα όρια της δράσης του, καθότι περιστράφηκε γύρω από τον άξονα της ποινικής αντιμετώπισης και του ποινικού κολασμού των εγκληματικών πράξεων μελών του νεοναζιστικού μορφώματος.
Και αν η ποινική αντιμετώπιση του μορφώματος αποτελεί έργο της δικαστικής εξουσίας, η οποία «άργησε» χαρακτηριστικά να κινητοποιηθεί, η πολιτική και ιδεολογική αντιμετώπιση του νεοναζιστικού μορφώματος δεν απετέλεσε προτεραιότητα για την δικομματική συγκυβέρνηση (Ν.Δ-ΠΑΣΟΚ). Προσίδιοι κομματικοί μηχανισμοί, ιδίως του μείζονος κυβερνητικού εταίρου, (Ν.Δ), διατηρούν «εκλεκτικές συγγένειες» με μέλη του στενού ηγετικού πυρήνα της Χρυσής Αυγής, όπως κατέδειξε με ενάργεια και η υπόθεση του πρώην γενικού γραμματέα της κυβέρνησης Τάκη Μπαλτάκου. Η πολιτική ώσμωση κομματικού μηχανισμού-ηγετικών στελεχών του νεοναζιστικού μορφώματος διεξάγεται εντός του πεδίου μίας αντιμεταναστευτικής σύγκλισης, λαμβάνοντας τα χαρακτηριστικά μίας από τα «από τα πάνω» ώσμωσης υπουργικού «λόγου» (Άδωνις Γεωργιάδης) και ρατσιστικής πρακτικής της Χρυσής Αυγής.

Η παραπάνω προσίδια πολιτική και ιδεολογική σύγκλιση αναζητά ένα νομιμοποιητικό «επίχρισμα» το οποίο θα συνδέει ιδεολογικά του δύο κομματικούς μηχανισμούς. Και αυτό το νομιμοποιητικό «επίχρισμα» ήταν και είναι η αντίληψη ότι οι σημερινοί ψηφοφόροι του νεοναζιστικού μορφώματος είναι παλαιοί ψηφοφόροι του κόμματος της Ν.Δ, οι οποίοι παραστράτησαν, «έχασαν τον δρόμο» της κομματικής «αρετής» και πρέπει να επιστρέψουν πίσω στα «πάτρια» κομματικά «εδάφη».

Η παραπάνω απλοϊκή αντίληψη συντείνει και συμβάλλει όχι στην «επανενσωμάτωση» των σημερινών ψηφοφόρων της Χρυσής Αυγής στη Ν.Δ, αλλά, αντιθέτως, συμβάλλει στην περαιτέρω κοινωνική, πολιτική, και ιδεολογική νομιμοποίηση του νεοναζιστικού μορφώματος που διεξάγεται πάνω στο έδαφος της δομικής μετατόπισης προς τις πολιτικές θέσεις και «στάσεις» της Χρυσής Αυγής.
Πλέον, με βάση τα αποτελέσματα των τριών τελευταίων εκλογικών αναμετρήσεων, (Βουλευτικές 2012, Ευρωεκλογές 2014) μπορούμε να κάνουμε λόγο για συνειδητή στάση των ψηφοφόρων της Χρυσής Αυγής, οι οποίοι γνωρίζουν πολύ καλά τι και ποίον ψηφίζουν. Γνωρίζουν τι πρεσβεύει το νεοναζιστικό μόρφωμα και ποίες πολιτικές και ιδεολογικές «στάσεις» προβάλλει. Έχοντας διαβεί τον πολιτικό «Ρουβίκωνα», υιοθετούν και εγκολπώνονται ρατσιστικές και φασίζουσες πολιτικές και ιδεολογικές αντιλήψεις, θεωρώντας την Χρυσή Αυγή ως το απαύγασμα του «αντισυστημισμού» και  της εναντίωσης στο «διεφθαρμένο» και «σάπιο» πολιτικό σύστημα.

Η κοινωνική συμμαχία που έχει καταφέρει να συγκροτήσει το νεοναζιστικό μόρφωμα ορίζεται και προσδιορίζεται συνάμα, όχι από τον πολιτικό λόγο των mainstream Ευρωπαϊκών ακροδεξιών πολιτικών κομμάτων αλλά από την ναζιστική ιδεολογία του μίσους, και της λεκτικής και σωματικής βίας. Τα χαρακτηριστικά αυτά εγγράφονται και αποκρυσταλλώνονται οργανικά στο πολιτικό «DNA» της Χρυσής Αυγής, αποτελώντας τους «συνδετικούς κρίκους» με τα «μυημένα» στελέχη και μέλη της οργάνωσης, και, σε ένα δεύτερο και ευρύτερο επίπεδο, μετασχηματίζονται σε έναν αντιμεταναστευτικό και εθνικιστικό  λόγο, που απευθύνεται στο εσωτερικό της πληττόμενης κοινωνίας.

Η εναλλαγή ακραίου φιλοναζισμού και ενός «υπόγειου» εθνικισμού που ενείχε ισχυρές αντιμεταναστευτικές «δόσεις», με ταυτόχρονη απόκρυψη του πρώτου στοιχείου, επέτρεψε την πρώιμη κοινωνική και πολιτική  εδραίωση του νεοναζιστικού μορφώματος. Και η πρώιμη κοινωνική και πολιτική εδραίωση, απετέλεσε πρώτα αντικείμενο έντονων ιδεολογικών διεργασιών και ανακατατάξεων, που συντελέσθηκαν στο περιβάλλον δομικών κοινωνικών και πολιτικών ρήξεων, ως αποτέλεσμα των συνεπειών της βαθιάς οικονομικής κρίσης. Και αν κάτι μας έδειξε ο τελευταίος χρόνος, είναι το ότι χρειάζεται συστηματική και «από τα κάτω» κινητοποίηση που θα συμβάλλει, την ίδια στιγμή, στην κοινωνική, πολιτική και ιδεολογική απονομιμοποίηση του νεοναζιστικού μορφώματος.
Η ισχυρή κοινωνική του απεύθυνση επέτρεψε στη Χρυσή Αυγή, όχι μόνο να διατηρήσει τις δυνάμεις της, μετά την δολοφονία του Παύλου Φύσσα, αλλά και να τις διευρύνει, διαψεύδοντας τις προβλέψεις διαφόρων αστών δημοσιολόγων και δημοσκόπων. Η ισχυρή νομιμοποίηση που απολάμβανε τις επέτρεψε να μετατοπίσει και το εύρος της πολιτικής συζήτησης, από την δολοφονία του αντιφασίστα αριστερού Παύλου Φύσσα, στην δίωξη των μελών της από το «σάπιο» πολιτικό σύστημα.

Ο στόχος πρέπει να είναι ένας: Η οριστική κοινωνική, πολιτική και ιδεολογική απίσχνανση του νεοναζιστικού μορφώματος. Και αυτό αποτελεί δουλειά ενός διευρυμένου κοινωνικού και πολιτικού μετώπου, που την ίδια στιγμή, θα προτάσσει τα αντιφασιστικά του χαρακτηριστικά, διεξάγοντας δουλειά κοινωνικού πεδίου, αποκαλύπτοντας ταυτόχρονα τον ακραίο «συστημισμό» ενός μορφώματος του μίσους και του αποκλεισμού το οποίο συμφύεται οργανικά με τα πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα συγκεκριμένων μερίδων του κεφαλαίου, εντασσόμενο αρμονικά στο προτσές του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.

Η «από τα κάτω» κινητοποίηση που οφείλει και πρέπει να είναι συνεχής και διαρκής θα συμβάλλει στην αποκάλυψη της «από τα πάνω» απεύθυνσης του νεοναζιστικού μορφώματος. Ποτέ δεν θα πρέπει να ξεχνάμε την ταξική «φύση» και διάρθρωση του ναζιστικού κράτους και των ναζιστικών και νεοναζιστικών κομμάτων. Όπως επισήμανε και ο Νίκος Πουλαντζάς, «το ναζιστικό Κράτος, όντας στην υπηρεσία των μονοπωλίων, αντιστοιχούσε σε μια περίοδο ιδιαίτερα έντονης κρίσης της ιδιαίτερης πολιτικής οργάνωσης της ίδιας της αστικής τάξης».

Τα ταξικά συνδικάτα, συμφυόμενα οργανικά με τους στόχους της πληττόμενης εργατικής τάξης μπορούν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στην «πλέρια» αντιμετώπιση του νεοναζιστικού μορφώματος της Χρυσής Αυγής.

Ακολουθείστε μας στο Google News