Την άποψη του για τη Χρυσή Αυγή με αφορμή τη συμπλήρωση ενός χρόνου από τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα εκφράζει με επιστολή του ο Σίμος Ανδρονίδης υποψήφιος διδάκτορας του τμήματος Πολιτικών Επιστημών στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.
Σε λίγες ημέρες συμπληρώνεται ένας χρόνος από την δολοφονία του αντιφασίστα μουσικού Παύλου Φύσσα, (18 Σεπτεμβρίου 2013-Κερατσίνι). Δράστης, το μέλος του νεοναζιστικού μορφώματος της Χρυσής Αυγής, Γιώργος Ρουπακιάς. Ένα χρόνο μετά από την δολοφονία συνεχίζεται η δικαστική διερεύνηση της εγκληματικής οργάνωσης της Χρυσής Αυγής. Η δολοφονία του Παύλου Φύσσα, που κινητοποίησε άμεσα το Ελληνικό αλλά και το Ευρωπαϊκό αντιφασιστικό κίνημα, κατέδειξε και σκιαγράφησε με ενάργεια την δράση και «παρουσία» στον «χώρο» της πόλης, των δολοφονικών ταγμάτων εφόδου-καταστολής που συγκροτήθηκαν στα πρότυπα των αντίστοιχων ναζιστικών ταγμάτων εφόδου. Το βασικό καθήκον των αριστερών πολιτικών δυνάμεων και του αντιφασιστικού κινήματος είναι η καθημερινή και συνεχόμενη «αποκάλυψη» της «συστημικής» δραστηριοποίησης του νεοναζιστικού μορφώματος.
Στο σημερινό φύλλο της «εφημερίδας των Συντακτών» «αποκαλύπτεται» ο διάλογος που είχαν ο βουλευτής του νεοναζιστικού μορφώματος Γιάννης Λαγός με το μέλος Σωτήρη Δεβελέκο λίγη ώρα μετά από την δολοφονική επίθεση οργανωμένου «από τα πάνω» τάγματος εφόδου-καταστολής κατά μελών του ΠΑΜΕ. (Ανάμεσα στα μέλη του ΠΑΜΕ βρισκόταν και ο Σωτήρης Πουλικόγιαννης, πρόεδρος του συνδικάτου Μετάλλου).
1. Ο Νίκος Πουλαντζάς, προσεγγίζοντας την προσίδια τυπολογία και «μορφή» του φασισμού-ναζισμού, επισήμανε το εξής πολύ σημαντικό στοιχείο (για την κατανόηση του φασιστικού φαινομένου): «Απ’ την άλλη πλευρά, δεν θα έπρεπε να ξεχνάμε, ότι το ναζιστικό κράτος, όντας στην υπηρεσία των μονοπωλίων, αντιστοιχούσε σε μια περίοδο ιδιαίτερα έντονης κρίσης της ιδιαίτερης πολιτικής οργάνωσης της ίδιας της αστικής τάξης».
2. Η παραπάνω ρήση, παίρνοντας υπόψη το «όλο» περίγραμμα λειτουργίας και δραστηριοποίησης του «ναζιστικού κράτους», προβαίνει στην «αποκάλυψη» της οργανικής και δομικής σύμφυσης «ναζιστικού κράτους» και άρχοντος συγκροτήματος εξουσίας, καθότι η δραστηριοποίηση του «ναζιστικού κράτους» στοιχίζεται με τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής.
Σε αυτό το πλαίσιο, το «ναζιστικό κράτος» απορροφά και ενσωματώνει την αρχική «νομιμοποιητική» του λαϊκή διάσταση, επιδιώκοντας όχι να «υπερβεί» και να «ανατρέψει» έναν δεδομένο τρόπο παραγωγής, αλλά να τον «επικαλύψει» με εκείνα τα στοιχεία που προσομοιάζουν σε μία εν γένει άρθρωση ενός «αντιπλουτοκρατικού» λόγου, που τονίζει εμφαντικά την δυσχερή θέση στην οποία βρίσκονται τα λαϊκά στρώματα. Η παραπάνω ρήση του Νίκου Πουλαντζά αποτελεί το μεθοδολογικό εργαλείο ανάλυσης της ταξικής διάστασης του νεοναζιστικού μορφώματος της Χρυσής Αυγής, σε συνθήκες βαθιάς και οξυμένης οικονομικής-καπιταλιστικής κρίσης, η οποία συνέβαλλε και στην εν γένει αποκρυστάλλωση μίας βαθιάς κρίσης πολιτικής εκπροσώπησης.
Όμως δεν πρέπει να πέσουμε σε μία μεθοδολογική και «αναλυτική» παγίδα, η οποία χωρίς, να επιδιώκει κάτι τέτοιο, υπεραπλουστεύει το «ολικό» φασιστικό-ναζιστικό φαινόμενο, δίδοντας έμφαση και αναλυτική βαρύτητα στην «από τα πάνω» δραστηριοποίηση και συγκρότηση του φασιστικού φαινομένου. (Και της πολιτικής «μορφής» της Χρυσής Αυγής). Το «όλο» και «ολικό» φαινόμενο είναι ιδιαίτερα σύνθετο, κάτι που έχει ως αποτέλεσμα την ανάδειξη πολλών και διαφορετικών πτυχών και όψεων, που μας δίνουν και το περίγραμμα του.
Η δομική και οργανική σύμφυση της Χρυσής Αυγής, με μερίδες του άρχοντος αστικού συγκροτήματος εξουσίας, και ευρύτερα με τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής, δεν αποτρέπει και δεν «αποκλείει», την ίδια στιγμή, την διεύρυνση της κοινωνικής, πολιτικής και εκλογικής επιρροής της. Και ακριβώς αυτή η κοινωνική απεύθυνση ρυθμίζει το πλαίσιο της προσπάθειας «ανάλυσης» του κοινωνικού και πολιτικού γίγνεσθαι από το νεοναζιστικό μόρφωμα.
Με αυτό τον τρόπο, το νεοναζιστικό μόρφωμα που προσιδιάζει σε μία ιδιαίτερη και ιδιότυπη κομματική-πολιτική μορφή, εξόν του πλαισίου της «κλασικής» κομματικής συγκρότησης» σε συνθήκες αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, μπορεί να «λειτουργεί» στο κοινωνικο και πολιτικό παίγνιο ως λαϊκό πολιτικό-πολυσυλλεκτικό «μόρφωμα» το οποίο και «εργαλειοποιεί» την λαϊκή ψήφο προς την κατεύθυνση συγκρότησης μίας «καθαρής» εθνικής συμμαχίας, η οποία και θα «αποβάλλει» από τις τάξεις του «υγιούς» κοινωνικού «σώματος» τους «άλλους» και τους «διαφορετικούς», όπως και αν ορίζονται αυτοί. (φυλετικά, πολιτικά-ιδεολογικά, σεξουαλικά).
Και είναι αυτή η «εργαλειοποίηση» της λαϊκής ψήφου που αναδεικνύει και «ενεφανίζει» στο πολιτικό γίγνεσθαι εκείνα τα πολιτικά, ρατσιστικά και ταξικά χαρακτηριστικά που προσδιορίζουν το νεοναζιστικό μόρφωμα και το φασιστικό-ναζιστικό φαινόμενο εν γένει. Στο χώρο της πολιτικής διαπάλης συντελείται μία διαδικασίας «ρηχοποίησης» και «ουδετεροποίησης» της λαϊκής ψήφου, μία διαδικασία (που ισούται με την δραστηριοποίηση της Χρυσής Αυγής) η οποία αφενός μεν τείνει στην «απορρόφηση» συγκεκριμένων λαϊκών-ταξικών χαρακτηριστικών-συμφερόντων, αφετέρου δε μετασχηματίζει αυτά τα (λαϊκά-ταξικά χαρακτηριστικά-συμφέροντα) σε «εθνικά» στοιχεία μίας προσίδιας «ουδετεροποίησης» του πολιτικού γίγνεσθαι, εκεί που κυρίαρχο ρόλο διαδραματίζουν οι Έλληνες πολίτες ως φορείς μίας «καθαρής Ελληνικότητας» πέρα και πάνω από ταξικά συμφέροντα και κοινωνικές τάξεις.
Οι «καθαροί» Έλληνες, που ουδεμία σχέση «διατηρούν» με φυλετικά, πολιτικά και ιδεολογικά «μιάσματα» θεωρούνται εκείνα τα υποκείμενα που οφείλουν να συμβάλλουν στην ανόρθωση της εθνικής οικονομίας. Και ερχόμαστε στο κύριο επίδικο και διακύβευμα: την οικονομία. Η προσίδια «εργαλειοποίηση» της λαϊκής ψήφου, για την οποία μιλήσαμε παραπάνω, συντείνει στην επιδίωξη συγκρότησης μίας «καθαρής» εθνικής-κοινωνικής συμμαχίας οργανικά τμήματα της οποίας θα αποτελέσουν και μερίδες της κυρίαρχης αστικής τάξης. Σε αυτό το πλαίσιο, η Χρυσή Αυγή συγκροτείται και ανασυγκροτείται εκ νέου ως λαϊκό πολυσυλλεκτικό κόμμα που διεκδικεί την στήριξη και την ψήφο ευρύτερων τμημάτων του «λαού». Και τμήμα του «λαού» είναι και οι επιχειρηματίες.
Έτσι, στο πεδίο της οικονομίας προβάλλει τον ιδιαίτερο ρόλο που μπορούν να διαδραματίσουν μερίδες του κυρίαρχου αστικού μπλοκ (και το αστικό μπλοκ εν όλω), στη διαδικασία οικονομικής ανάκαμψης. Το νεοναζιστικό μόρφωμα προτάσσει το εθνικό οικονομικό συμφέρον εντός ενός περιβάλλοντος «ενότητας» και κοινωνικής «συναίνεσης», όπου, όλοι μπορούν να ωφεληθούν, και το κεφάλαιο και η εργασία. Και σε αυτή την περίπτωση, το «εθνικό» συμφέρον, ισούται και ταυτίζεται με συγκεκριμένα ταξικά-αστικά συμφέροντα.
Με αυτόν τον τρόπο το νεοναζιστικό μόρφωμα, μέσω της δράσης του, αποκρύπτει και «απορροφά» την λαϊκή-εργατική σφαίρα, συμφυόμενο οργανικά με την διαχείριση των «ροών» της οικονομικής κρίσης προς όφελος του αστικού μπλοκ εξουσίας.
Η «απόκρυψη» και η «επικάλυψη» του λαϊκού-εργατικού μπλοκ στο χώρο του κοινοβουλίου, (με κατάθεση ερωτήσεων που προσομοιάζουν σε συγκεκριμένα αστικά συμφέροντα), η δράση στο κοινωνικό πεδίο, εκεί όπου επιδιώκει την με «νέους» όρους ανανοηματοδότηση και ανασημασιοδότηση της πολιτικής και ιδεολογικής διαπάλης, μέσω της «εκκαθάρισης» των «ενοχλητικών» πολιτικών στοιχείων και των φυλετικά «παρείσακτων» διαμορφώνουν τις βασικές προϋποθέσεις για την «ανάδυση» ενός νεοναζιστικού αμαλγάματος το οποίο, παρά την «αντισυστημική» εικόνα και ρητορική, προσιδιάζει στη στήριξη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Και έναν χρόνο μετά την δολοφονία ενός αντιφασίστα μουσικού, το εργατικό-ταξικό κίνημα πρέπει να εντείνει τις προσπάθειες του για την αποκάλυψη του «συστημικού» ρόλου του νεοναζιστικού μορφώματος.
Ακολουθείστε μας στο Google News