Άρθρο του Βαγγέλη Αποστόλου, βουλευτή ΣΥΡΙΖΑ Εύβοιας & πρώην Υπουργού. Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών το Σάββατο 11 Δεκεμβρίου 2021.

H απουσία αντιπυρικού σχεδιασμού και το πρωτοφανές μπάχαλο του συντονισμού έφεραν την ολοκληρωτική καταστροφή στη Βόρεια Εύβοια. Κάηκαν περί τα 550.000 στρ. δάσους και περισσότερα από 100.000 στρ. καλλιεργειών ελιάς, καταστράφηκαν εκατοντάδες σπίτια και επιχειρήσεις, απανθρακώθηκαν χιλιάδες μελίσσια και ζώα.

Οι καταγραφές των ζημιών ολοκληρώθηκαν. Μένει για πολλούς ακόμη η καταβολή των αποζημιώσεων, αλλά και των απαραίτητων ενισχύσεων για την επιβίωση σε αυτούς που δεν δικαιούνται αποζημιώσεις. Δεν μπορούν όμως να περιμένουν κι άλλο οι εργασίες αντιδιαβρωτικής και αντιπλημμυρικής προστασίας, γιατί ήδη μια πρώτη σοβαρή απειλή υπήρξε από τις πλημμύρες στην ανατολική πλευρά.

Για την επόμενη ημέρα οι κραυγές αγωνίας των κατοίκων είναι χαρακτηριστικές: «Θέλουμε να μείνουμε στις ρίζες μας, να συνεχίσουμε τη δουλειά που είχαμε ή και μια άλλη, που θα διασφαλίζει την επιβίωσή μας», «Θέλουμε η Εύβοια να αναστηθεί, όχι να μεταμορφωθεί». Κι αυτό μπορεί να γίνει ξεκινώντας από τώρα, αν παράλληλα με την περιβαλλοντική αποκατάσταση, που θα απασχολήσει πολλούς και για πολλά χρόνια, στηρίξουμε και δύο τομείς που μπορούν να προσφέρουν τις απαραίτητες δυνατότητες και είναι ο τουριστικός και ο αγροτικός.

Γι’ αυτό και επιμένουμε ότι, όχι μόνο δεν πρέπει να αποχωρήσει κανένας από αυτούς που δραστηριοποιούνταν στους συγκεκριμένους χώρους, αλλά και να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις, μέσα από ένα στρατηγικό σχέδιο για την περιοχή, περισσότερων ευκαιριών απασχόλησης.

Η περιβαλλοντική αποκατάσταση, πέραν των προστατευτικών έργων που καθυστερούν επικίνδυνα, απαιτεί την άμεση κήρυξη αναδασωτέων των καμένων δασικών εκτάσεων. Το δάσος είναι δημόσιο αγαθό και ως τέτοιο είναι αδιανόητο να παραδίδεται σε αναδόχους αναδάσωσης και αποκατάστασης. Η φύση και η χαλέπιος πεύκη εγγυώνται τη γρήγορη αναγέννηση. Οπου η φύση χρειαστεί βοήθεια να την έχει από τους ανθρώπους που θα παρακολουθούν την αναγέννηση και δεν μπορεί να είναι άλλοι από τους εργαζόμενους στις δασικές υπηρεσίες και τους κατοίκους που θα ζουν από το δάσος.

Πριν από την καταστροφή γύρω από τα δάση δραστηριοποιούνταν ένας κόσμος που η σχέση του με το δάσος ήταν σχέση ζωής. Κι αυτοί ήταν οι ρητινοκαλλιεργητές, οι δασεργάτες και τα μέλη των δασικών συνεταιρισμών. Ολοι αυτοί όχι μόνο μπορούν αλλά και πρέπει να απασχοληθούν σε εργασίες διαχείρισης των δασών, από την καλλιέργεια μέχρι τη φύλαξη. Για τους ρητινοκαλλιεργητές, που αποτελούν και την πλειονότητα, αυτό πρέπει να γίνει μέχρι να δοθεί η δυνατότητα επαναπροσέγγισης της ρητινοκαλλιέργειας.
Για τους υπόλοιπους η δασική απασχόληση θα εξακολουθήσει να υπάρχει, ιδιαίτερα στη διαχείριση και την πρόληψη.

Πρέπει όμως να φροντίσουμε και δύο άλλες δραστηριότητες που έχουν σχέση με τα δάση και υπέστησαν μεγάλες ζημιές. Αυτές είναι η αιγοπροβατοτροφία και η μελισσοκομία. Πέραν της εξασφάλισης ζωοτροφών οφείλουμε να βρούμε και τις εκτάσεις εκείνες που θα επιτρέπουν την άσκηση της συγκεκριμένης δραστηριότητας. Η κατάσταση είναι πιο δύσκολη για τους κτηνοτρόφους, αλλά πρέπει να βρεθεί μια λύση χαρακτηρισμού ως βοσκήσιμων γαιών και απόδοσης στην κτηνοτροφία εκτάσεων με χαμηλή βλάστηση.

Ολα τα παραπάνω αποτελούν μια ολιστική προσέγγιση για ένα δάσος που μπορεί να επανέλθει στην προτέρα κατάσταση. Παρέμβαση διαφοροποίησης της βλάστησης μπορεί και πρέπει να υπάρξει σε σημεία που η αναγέννηση δεν θα προχωρήσει και ιδιαίτερα σε περιοχές γύρω από χωριά και οικισμούς, όπου μπορούν να χρησιμοποιηθούν κυρίως ελαιόδενδρα και δευτερευόντως δασικά είδη που καθυστερούν την επέκταση των πυρκαγιών, αλλά και διασφαλίζουν στους κατοίκους κάποιο εισόδημα. Επίσης και τα κηπευτικά είναι μια δραστηριότητα με σημαντικό ρόλο για τον αγροτικό τομέα της περιοχής.

Πέραν των προηγούμενων παρεμβάσεων πρέπει να υπάρξουν πρόσθετα κίνητρα για τη χρηματοδότηση επενδύσεων, όπως η δημιουργία ενός σφαγείου για αιγοπρόβατα, αλλά και η υλοποίηση μέτρων, όπως της εγκατάστασης νέων αγροτών μέσα από το Πρόγραμμα Αγροτικής Ανάπτυξης και της προώθησης της πράσινης γεωργίας μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης.

Η δραστηριότητα όμως που ακουμπούσε καθοριστικά για τη λειτουργία της στο φυσικό περιβάλλον ήταν ο τουρισμός. Οι τουριστικές επιχειρήσεις ακόμη και αυτή την ώρα βρίσκονται χωρίς στήριξη. Τα μέτρα που ανακοινώθηκαν όχι μόνο δεν καλύπτουν όλους, αλλά και δεν προβλέπουν γρήγορη εκταμίευση. Το χειρότερο βέβαια είναι ότι αφήνουν έξω όλες τις μικρές επιχειρήσεις, που κυριαρχούν στην περιοχή, γιατί μόνο τέτοιες μπόρεσαν να δημιουργηθούν από τους κόπους και τις στερήσεις μιας ζωής.

Αμεσα πρέπει να εκταμιευθεί το 70% των εκτιμηθεισών ζημιών και να επιστραφεί η προκαταβολή του φόρου και στις μονάδες με μικρές απώλειες. Οσον αφορά δε το καθεστώς αναστολής των συμβάσεων εργασίας να παραταθεί τουλάχιστον μέχρι το ερχόμενο καλοκαίρι. Για να μπορέσει όμως ο χώρος να συνεχίσει τη λειτουργία του την επόμενη ημέρα χρειάζεται να διερευνηθούν οι δυνατότητες ανάπτυξης των θεματικών μορφών τουρισμού.

Σίγουρα η ναυαρχίδα της περιοχής είναι οι ιαματικές πηγές της Αιδηψού (από τις πρώτες θεσμοθετημένες στην Ελλάδα) και αποτελεί μεγάλο πλεονέκτημα. Χρειάζεται περαιτέρω ενίσχυση της θέσης και του ρόλου τους με στόχο την άρση της «μονοκαλλιέργειας» των επιδοτούμενων ιαματικών λουτρών, προς ένα μοντέλο δημιουργίας ενός ιαματικού πόλου για την παροχή υψηλής ποιότητας καλλωπιστικού και θεραπευτικού τουρισμού, αλλά και σύνδεσής του με άλλες μορφές τουρισμού.

Γι’ αυτό πρέπει να αναδειχτούν ιδιαιτερότητες που μπορούν να λειτουργούν συμπληρωματικά στις κλασικές μορφές του τουρισμού, όπως είναι οι φυσιολατρικές επισκέψεις, για παράδειγμα, στο απολιθωμένο δάσος Κερασιάς και στο δασικό χωριό των Παπάδων ή οι θρησκευτικές στα Ηλια, στη μονή Γαλατάκη και άλλες.

Πάνω από όλα όμως υπάρχει πλεονέκτημα με τον αγροτουρισμό. Είναι μια ειδική μορφή τουρισμού υπαίθρου, που παρέχει υπηρεσίες υποδοχής και φιλοξενίας ή και εστίασης σε χώρους λειτουργικά ενοποιημένους με εκμεταλλεύσεις, που σχετίζονται με την αγροτική παραγωγή, αλλά και με την προστασία του περιβάλλοντος.

Ολα αυτά για να πετύχουν στον στόχο τους, δηλαδή στην παραμονή των κατοίκων την επόμενη ημέρα στα χωριά τους, πρέπει να ενταχθούν σε ένα ευρύτερο στρατηγικό σχέδιο που θα προβλέπει επιμέρους παρεμβάσεις, με χαρακτηριστικότερη αυτή του οδικού δικτύου όλης της Εύβοιας. Η επαναφορά της κανδήλιας χάραξης αποτελεί για την πληγείσα περιοχή μια σημαντική πρόταση. Γι’ αυτό άμεσα πρέπει να επανεξεταστεί ένα έργο που μπορεί να λειτουργήσει ως συνδετικός κρίκος της Β. Εύβοιας με τη Ν. Εύβοια και είναι η παράκαμψη Χαλκίδας.

Αυτή την ώρα συντάσσεται από την κυβέρνηση μια νέα μελέτη, η οποία έχει στόχο την έγκριση της χρηματοδότησής της από την Ε.Ε. Ομως δεν αποτελεί τη λύση εκείνη που μπορεί να επηρεάσει θετικά την αναβάθμιση των οδικών αξόνων Χαλκίδα-Κύμη και Χαλκίδα-Ιστιαία, που πρέπει οπωσδήποτε να ενταχθούν στο στρατηγικό σχέδιο της επόμενης ημέρας για τη Β. Εύβοια.

Από την πλευρά της κυβέρνησης αυτό που υπάρχει μέχρι σήμερα είναι η πρόθεση για την εκπόνηση των μελετών ανασυγκρότησης, από την οποία απουσίαζαν και πάλι αναφορές σε συγκεκριμένα έργα. Αντί αυτών ακούσαμε για δράσεις φωτοδότες (!) και για νέα ΚΕΠ.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ο πρωθυπουργός όχι μόνο δεν έχει επισκεφθεί την περιοχή, αλλά ούτε και αισθάνθηκε την ανάγκη να ασχοληθεί με το μεγάλο πρόβλημα που έχουν οι κάτοικοί της, που δεν είναι άλλο από την εξασφάλιση της επιβίωσής τους στον τόπο τους.

Ακολουθείστε μας στο Google News