Μια από τις πιο δύσκολες σχολικές χρονιές των τελευταίων δεκαετιών ξεκινά σήμερα και όλοι/ες νιώθουμε εξαιρετικά ανήσυχοι/ες και αθωράκιστοι/ες μπροστά στους κινδύνους που συνεπάγεται η πανδημία λόγω κορονοϊού, αλλά και η πρωτοφανής ανοργανωσιά από πλευράς Υπουργείου. Αφού σας ευχηθούμε καλή σχολική χρονιά και καλή δύναμη στην άσκηση των εξαιρετικά δύσκολων καθηκόντων μας, με την πεποίθηση ότι όλοι/ες οι εκπαιδευτικοί θα πράξουν πάλι ό,τι είναι δυνατό ώστε η εκπαιδευτική διαδικασία να κυλήσει απρόσκοπτα, δεν μπορούμε να μην στηλιτεύσουμε την ολιγωρία του Υπουργείου Παιδείας, σε μια σειρά από θέματα που σχετίζονται με την ασφαλή λειτουργία των σχολείων της επικράτειας.

Έτσι, ενώ καμία κυβερνητική πρόνοια δεν υπήρξε για την τήρηση των φυσικών αποστάσεων και τη λειτουργία τμημάτων με μικρότερο αριθμό μαθητών, ενώ η μοναδική υπόσχεση προστασίας από την πλευρά του υπουργείου, δηλαδή οι μάσκες και τα αντισηπτικά, δεν έχουν ακόμη διανεμηθεί σε όλα τα σχολεία, ενώ δεν έχει ακόμη τοποθετηθεί επαρκές προσωπικό καθαριότητας σε όλες τις σχολικές μονάδες, ούτε βοηθητικό προσωπικό για τη διαχείριση των δύσκολων συνθηκών, η πολιτική μας προϊσταμένη περιφέρεται από κανάλι σε κανάλι, επιδεικνύοντας τα trendy ομολογουμένως παγουρίνια του μεγάλου χορηγού, επαιρόμενη για την αποτελεσματική προετοιμασία του Υπουργείου για την λειτουργία των σχολείων.

Χαρακτηριστικό της αναποτελεσματικότητας όμως για να μην πούμε της περιφρόνησης, με την οποία οι πολιτικές μας προϊστάμενες, χειρίζονται τα ζητήματα της δύσκολης αυτής συγκυρίας, είναι η Υ.Α., η οποία έφτασε κυριολεκτικά στο «και πέντε», την Παρασκευή 10/9 και ενώ όλοι οι σύλλογοι διδασκόντων της χώρας είχαν συνεδριάσει και αποφασίσει με σύνεση και αίσθημα ευθύνης τα της ασφαλούς λειτουργίας των σχολικών τους μονάδων. Η υπουργός θυμήθηκε Παρασκευή μεσημέρι, ότι τη Δευτέρα, πρώτη ημέρα λειτουργίας, πρέπει να συνωστιστούμε όλοι/ες στα σχολεία από τις 8:15 έως τις 12 που θα πραγματοποιηθεί οι αγιασμός!

Το Υπουργείο Παιδείας επέλεξε να αγνοήσει το πάγιο αίτημα της εκπαιδευτικής κοινότητας για μείωση του αριθμού των μαθητών/τριών ανά τμήμα, με ανώτατο όριο τους 15 μαθητές. Ένα αίτημα που διατυπώθηκε παλαιότερα με παιδαγωγικά κριτήρια και στόχο τη βελτίωση της εκπαιδευτικής διαδικασίας, η ικανοποίηση του οποίου καθίσταται σήμερα αναγκαία και από επιδημιολογική σκοπιά. Σε αυτό, άλλωστε, συνηγορεί σχετική έρευνα του Εργαστηρίου Περιβαλλοντικής Μηχανικής (EnVeLab) του ΑΠΘ η οποία εκτιμάει ότι η μείωση των μαθητών σε 15 ανά τάξη μειώνει την πιθανότητα διάδοσης του SARS COV2 κατά 50%.

Στην προσπάθειά της να υπερασπιστεί την επιλογή της να αγνοήσει ένα από τα βασικά μέτρα προστασίας από τη διάδοση του νέου κορονοϊού, αυτό της φυσικής απόστασης, η Υπουργός Παιδείας ισχυρίστηκε ταυτόχρονα ότι ο αριθμός των μαθητών/τριών ανά τάξη στα ελληνικά σχολεία είναι μικρός αλλά και ότι το σπάσιμο σε μικρότερα τμήματα θα προκαλούσε τεράστιο δημοσιονομικό κόστος! Ασφαλώς, ούτε το μέσο μέγεθος της ελληνικής τάξης είναι οι 17 μαθητές, ούτε και το σπάσιμο των υπαρχόντων τμημάτων σε τμήματα των 15 μαθητών συνεπάγεται κόστος 2 δισ. ευρώ, όπως ισχυρίστηκε η κ. Κεραμέως. Σε ό,τι αφορά το δημοσιονομικό σκέλος μιας τέτοιας επιλογής, και παρά το γεγονός ότι θεωρούμε πως η υγεία και η παιδεία, ειδικά σε μία τέτοια συγκυρία, δεν μπορούν να μπαίνουν στο ζύγι του βραχυχρόνιου κόστους, θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι το νούμερο που παρέθεσε η υπουργός παιδείας είναι εντελώς εκτός πραγματικότητας. Βάσει των τελευταίων διαθέσιμων στοιχείων της ΕΛΣΤΑΤ για την ελληνική εκπαίδευση, το μέσο μέγεθος της σχολικής τάξης στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση είναι περίπου 21 μαθητές/τριες στα Γυμνάσια και 20 στα Λύκεια, ενώ μόνο σε απομακρυσμένα σχολεία της ενδοχώρας συναντάμε τάξεις με λιγότερους από 15 μαθητές. (Μελέτη στο νομό Ρεθύμνου)
Αυτό που έχει σημασία από επιδημιολογικής άποψης είναι ότι τουλάχιστον το 94% των μαθητών των Γυμνασίων και το 90% των μαθητών των Λυκείων παρακολουθούν μαθήματα σε αίθουσες στις οποίες αντικειμενικά δεν μπορούν να τηρηθούν οι αναγκαίες αποστάσεις. Μία πρώτη εκτίμηση αναδεικνύει ότι το σπάσιμο των υπαρχόντων τμημάτων σε τμήματα των 15 μαθητών απαιτεί μία αύξηση της τάξης του 50% των υπαρχόντων. Στις σχολικές μονάδες της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης δίδασκαν 57.856 εκπαιδευτικοί και ακόμα και αν υποθέσουμε ότι απαιτείται μία αναλογική αύξηση των εκπαιδευτικών αντίστοιχη με αυτή των τμημάτων, η καθαρή δημοσιονομική επίπτωση από την μισθοδοσία επιπλέον 29.000 αναπληρωτών οριακά ξεπερνά τα 250 εκατομμύρια ευρώ. Ένα ποσό της τάξης του μισού δισεκατομμυρίου για Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση είναι σαφώς διαχειρίσιμο, ειδικά συγκρινόμενο με άλλες δαπάνες του προϋπολογισμού ή τα 32 δις που διατείνεται η κυβέρνηση ότι εξασφάλισε ως ενίσχυση για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της πανδημίας. Το Υπουργείο Παιδείας ψεύδεται, βάζοντας σε πραγματικό κίνδυνο τις ζωές των μαθητών/τριών, των εκπαιδευτικών και των οικογενειών τους, ενώ όλοι/ες κατανοούμε ότι η επένδυση στην Παιδεία είναι μακροπρόθεσμα από τις πιο αποδοτικές, πόσο μάλλον σε καιρό πανδημίας, όπου επίσης πρέπει να προσμετράται ένα πιθανό κόστος νοσηλείας, που μπορεί να προκύψει από τη μη λήψη επαρκών μέτρων.

Εμείς, ως ΕΛΜΕ Εύβοιας δηλώνουμε ότι θα κάνουμε ότι περνάει από το χέρι μας προκειμένου τα σχολεία να λειτουργήσουν με όρους ασφάλειας και σεβασμού στο δικαίωμα των μαθητών/τριών στη μόρφωση και μετά την πανδημία.

Για αυτό το λόγο καλούμε:
1. τους/τις Δ/ντές, Δ/ντριες των σχολικών μονάδων του νομού να συμπληρώσουν το ερωτηματολόγιο του ΚΕΜΕΤΕ της ΟΛΜΕ συμβάλλοντας στην έρευνα που πραγματοποιεί το σωματείο μας προκειμένου να καταρρίψει τους μύθους του ΥΠΑΙΘ
2. τους γονείς, τους/τις μαθητές/τριες και συνολικά όλη την κοινωνία στην έναρξη ενός αγώνα διεκδίκησης των αυτονόητων για τα παιδιά μας:
⮚ Μείωση του αριθμού των μαθητών ανά τάξη, με ανώτατο όριο τους 15 μαθητές
⮚ Επίταξη διαθέσιμων ελεύθερων χώρων και λειτουργία τους ως σχολεία
⮚ Πρόσληψη του αναγκαίου εκπαιδευτικού προσωπικού και δημιουργία περισσότερων μικρότερων αριθμητικά τμημάτων
⮚ Πρόσληψη όλου του αναγκαίου προσωπικού καθαριότητας
⮚ Τεστ σε μαθητές και εκπαιδευτικούς
⮚ Δωρεάν παροχή όλου του απαραίτητου υγειονομικού υλικού
⮚ Ενίσχυση του δημοσίου συστήματος υγείας με βάση τις θέσεις του υγειονομικού κινήματος (αύξηση ΜΕΘ/ΜΑΘ, προσλήψεις, δωρεάν μαζικά τεστ κ.λπ.)