Άρθρο του Βαγγέλη Αποστόλου, βουλευτή ΣΥΡΙΖΑ Εύβοιας,

στην Εφημερίδα των Συντακτών 19/08/2019

 

Την ώρα που γράφω αυτές τις γραμμές, μεσημέρι της έκτης ημέρας από την έναρξη της πυρκαγιάς στην Κεντρική Εύβοια, αεροσκάφη πετούν για την κατάσβεση της φωτιάς, παρά την κυβερνητική επικοινωνιακή καταιγίδα ότι αντιμετωπίστηκε έγκαιρα και αποτελεσματικά.

Ας δούμε όμως τις ζημιές που προξένησε και πώς πρέπει να αντιμετωπιστεί η επόμενη ημέρα στην πληγείσα περιοχή.

Οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι έχουν καταστραφεί περί τα 26.000 στρέμματα αγροτοδασικών εκτάσεων, από τα οποία τα 25.000 αφορούσαν δασική βλάστηση κωνοφόρων, κυρίως χαλεπίου πεύκης και ελάχιστη ελάτης, ενώ τα υπόλοιπα 1.000 στρέμματα αποτελούσαν αγροτικές καλλιέργειες, κυρίως ελιάς.

Από τις εκτάσεις αυτές τα 7.500 στρ. ήταν διακατεχόμενα από τους κατοίκους Κοντοδεσποτίου και Πλατάνας, που αναγνωρίστηκαν ως ιδιωτικά με τον νόμο 3208/2003 και διαχειρίζονταν από τους αναγκαστικούς συνεταιρισμούς των συγκεκριμένων οικισμών. Επίσης τα 2.500 στρ. του οικισμού Σταυρού που κάηκαν ανήκουν κατά κυριότητα στο Δημόσιο και νέμονταν με συμβολικό τίμημα από τον ελεύθερο δασικό συνεταιρισμό δασεργατών του χωριού. Η διαχείριση των παραπάνω εκτάσεων γινόταν με βάση εγκεκριμένη διαχειριστική έκθεση.

Στο υπόλοιπο 50%, δηλαδή στα 15.000 στρ., είχαν μόνο τη νομή η Μονή Μακρυμάλλης στα 12.500 στρ. και η Εκκλησία της Ελλάδας στα 2.500. Σημειώνω ότι οι παραπάνω νομείς ισχυρίζονται ότι κατέχουν και την κυριότητα. Το σίγουρο όμως είναι ότι ακόμη κι αυτή η νομή γινόταν και γίνεται όχι μόνο σε αυτές τις εκτάσεις αλλά και στις υπόλοιπες που δεν κάηκαν χωρίς διαχειριστική έκθεση.

Η πρώτη, και μάλιστα άμεση, συνταγματική υποχρέωση της Πολιτείας είναι η οριοθέτηση της περιμέτρου της πυρκαγιάς και η κήρυξη με πράξη όλων των δασικού χαρακτήρα εδαφών που κάηκαν ως αναδασωτέων.

Η φύση θα ολοκληρώσει το έργο της αναγέννησης. Κι αυτό ξέρει καλά να το κάνει, αρκεί να μην εμποδιστεί.

Εκεί που πρέπει να βοηθηθεί είναι στις περιπτώσεις των ενδεχόμενων διαβρώσεων με την άμεση εγκατάσταση κλαδοπλεγμάτων και κορμοπλεγμάτων από τα καμένα και την απομάκρυνση, όσο γίνεται γρηγορότερα, της καμένης ύλης που δημιουργεί πρόβλημα στην αναγέννηση. Σε όλες αυτές τις εργασίες μπορούν να ανταποκριθούν οι δασεργάτες της περιοχής. Και βέβαια να εφαρμοστεί αυστηρά η απαγόρευση εισόδου του κτηνοτροφικού πληθυσμού στα καμένα.

Η δεύτερη, αλλά και αυτή συνταγματική, υποχρέωση της Πολιτείας είναι να εκτιμήσει άμεσα και να αποζημιώσει ή να καλύψει την απώλεια του εισοδήματος, εξ αιτίας της πυρκαγιάς, των κατοίκων που δραστηριοποιούνται στην περιοχή και είναι:

1) Οι ελαιοκαλλιεργητές όχι μόνο για τη φετινή τους σοδειά, αλλά και των επόμενων χρόνων, καθώς και για την αντικατάσταση του φυτικού κεφαλαίου που καταστράφηκε.

2) Οι κτηνοτρόφοι για τα ζώα που χάθηκαν και την παραγωγή τους, αλλά και για τις εγκαταστάσεις που καταστράφηκαν. Ειδικά γι’ αυτούς πρέπει να υπάρξει έκτακτη ενίσχυση για ζωοτροφές και ειδικό κίνητρο για καλλιέργεια ζωοτροφών. Επειδή δε θα χρειαστεί σε μερικούς να μετακινηθούν, γιατί δεν θα μπορούν να βόσκουν στα καμένα, να διευκολυνθεί η μετακίνησή τους σε διπλανές περιοχές.

3) Οι μελισσοκόμοι για τις κυψέλες, τα μελισσοσμήνη και την παραγωγή που έχασαν, σε μια χρονιά που ήταν πολύ δύσκολη γι’ αυτούς και

4) οι ρητινοκαλλιεργητές για τη ρητίνη που κάηκε αλλά και για την παραγωγή που δεν συγκόμισαν ώστε να καλυφθεί το εισόδημά τους τόσο από την τιμή πώλησης του προϊόντος, όσο και από την κρατική ενίσχυση.

Αυτό που κυρίως όμως απασχολεί τους κατοίκους για την επόμενη ημέρα είναι να μη βιώσουν ξανά τα ίδια. Γι’ αυτό και μακροπρόθεσμα θέλουν να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις εκείνες που θα επιτρέψουν σε όλους εκείνους που επλήγησαν από την πυρκαγιά, όπως είναι οι κτηνοτρόφοι, οι αγρότες, οι δασεργάτες, οι μελισσοκόμοι, οι ρητινοκαλλιεργητές και άλλοι, να ασχοληθούν ενεργά και με τη δασοπροστασία αλλά και την εκμετάλλευση των δασών.