Ο Ευβοιώτης βουλευτής των Ανεξαρτήτων Ελλήνων μίλησε στην βουλή στη συζήτηση για την διεκδίκηση των κατοχικών αποζημιώσεων που όπως τόνισε στην έναρξη της ομιλίας του θεωρεί μέγιστη τιμή και ηθικό χρέος για την ελληνική Βουλή.

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της ομιλίας του Νίκου Μαυραγάνη στην Βουλή την Τρίτη 10 Μαρτίου 2015:
Η αποφράδα για τη σύγχρονη ιστορία του πολιτισμένου κόσμου περίοδος του βάναυσου επεκτατικού, κατακτητικού Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, που διεξήγαγαν οι δυνάμεις του λεγόμενου Άξονα, δηλαδή της Γερμανίας, της Ιταλίας και της Ιαπωνίας, κατά του λοιπού μεγαλύτερου μέρους του πολιτισμένου κόσμου, ενέπλεξε άμεσα και επέφερε στην ελληνική Δημοκρατία, στον ελληνικό και όχι μόνο πληθυσμό που διαβίωνε στην Ελλάδα, καθώς και στις περιουσίες τους, δριμύτατες εξολοθρευτικές συνέπειες.
Από τον Απρίλιο του 1941 εγκαθιδρύθηκε διά της βίας των γερμανικών χιτλερικών, ναζιστικών δυνάμεων το παράνομο κατοχικό καθεστώς της λεγόμενης γερμανικής Κατοχής. Το γερμανικό καθεστώς, που αριθμούσε στρατιωτική δύναμη τουλάχιστον τριακοσίων χιλιάδων ανδρών, εγκατεστημένων στην Ελλάδα εκείνη την εποχή, άφησε πίσω του μετά την απελευθέρωση «κρανίου τόπο», καμένη γη με τις σφαγές, τις εκτελέσεις, τις εκτοπίσεις, την πείνα και τη δυστυχία.
Υπολογίζεται ότι ο αριθμός των νεκρών υπό τον κατοχικό ζυγό των Γερμανών ανήλθε τουλάχιστον σε τριακόσιες πενήντα χιλιάδες Έλληνες θύματα, ενώ πολλές χιλιάδες υποδομές του κράτους μας διελύθησαν βίαια, εκατοντάδες χιλιάδες περιουσίες κατεστράφησαν, ενώ πολυάριθμοι αρχαιολογικοί θησαυροί εκλάπησαν από το ναζιστικό γερμανικό καθεστώς.
Η διεκδίκηση των γερμανικών επανορθώσεων αποτελεί μέγιστο ηθικό, νομικό και πολιτικό πρόταγμα και ευθύνη όλων μας, καθώς η Ελλάδα είναι το μοναδικό κράτος –κρατήστε το αυτό- που ακόμα δεν έχει αποζημιωθεί.
Τούτη η μέγιστη αδικία εις βάρος του ελληνικού λαού γίνεται ακόμα περισσότερο έντονη αν αναλογιστούμε ότι η Γερμανία δέχθηκε να καταβάλει τα χρέη που αναγνώρισε σε χώρες όπως η Πολωνία και η Γιουγκοσλαβία και να αποζημιώσει τα θύματα των ναζιστικών σφαγών που διαμένουν στο Ισραήλ. Όμως, όχι μόνο δεν κατέβαλε τις επανορθώσεις προς την ελληνική Δημοκρατία, αλλά περαιτέρω ουδέποτε επέστρεψε και τους αρχαιολογικούς θησαυρούς που έκλεψε από τη χώρα μας.
Οι ανθρώπινες απώλειες στην Ελλάδα εκείνη τη μαύρη περίοδο ανήλθαν περίπου στο 20% του πληθυσμού, καθότι έχασαν τη ζωή τους ή τραυματίστηκαν βαριά και ακινητοποιήθηκαν ένα εκατομμύριο τριακόσιες χιλιάδες Έλληνες σε ογδόντα εννέα, αναγνωρισμένα από τη γερμανική μάλιστα πλευρά, ολοκαυτώματα, που προκάλεσαν οι γερμανικές δυνάμεις κατοχής, αλλά και σε άλλες εγκληματικές πράξεις των κατοχικών δυνάμεων, που δεν έχουν επισήμως αναγνωριστεί.
Ωστόσο, σύμφωνα και με προσέγγιση από το Εθνικό Συμβούλιο Διεκδίκησης των Οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα, οι οφειλές αυτές, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνουν επανορθώσεις προς το δημόσιο για την καταστροφή της ελληνικής οικονομίας που φτάνουν τα 7,1 δισεκατομμύρια χωρίς τόκους, που είναι βέβαια αγοραστικής αξίας του 1938, για τα οποία θα πρέπει βεβαίως -με τη μέθοδο της αναγωγής σε χρυσές λίρες Αγγλίας εκείνης της εποχής και μεταναγωγής τους σε σημερινά ευρώ- να βρούμε τη σημερινή αποτίμηση. 
Επίσης, οι οφειλές αυτές περιλαμβάνουν καταστροφές προς την ελληνική οικονομία που προέκυψαν από την αυθαίρετη οικειοποίηση των μετοχών από δημόσιες επιχειρήσεις και οργανισμούς της εποχής, καθώς και από μεγάλες ιδιωτικές επιχειρήσεις σε ποσοστό τουλάχιστον 51%. Από την ελληνική πρωτογενή και δευτερογενή παραγωγή θρέφονταν εξακόσιες εβδομήντα χιλιάδες στρατιώτες των κατοχικών δυνάμεων. 
Επιπροσθέτως, ενώ το 1942 ο λαός πέθαινε από την ασιτία, οι Ναζί έστελναν προϊόντα της ελληνικής γης για διατροφή της στρατιάς του Ρόμελ στη Βόρεια Αφρική. Εκτός από τις ανθρώπινες ζωές, το κόστος ανερχόταν σε 8 δισεκατομμύρια δραχμές το μήνα. 
Σύμφωνα με στοιχεία του Εθνικού Συμβουλίου, εκλάπησαν 37,77 τόνοι μεγάλων νομισμάτων πλήρους μεταλλεύματος σε τάλιρα, δεκάρικα και εικοσάρικα, ενώ οι Γερμανοί πλήρωσαν μόνο 104 χρυσές λίρες για όλα αυτά και για ασήμι 18,5 τόνους. Από μικρότερα νομίσματα οι Ναζί μάζεψαν 64,5 τόνους και έβγαλαν 73 τόνους χαλκού έναντι 5,5 χρυσών λιρών. 
Αποζημιώσεις μπορούν και πρέπει να διεκδικηθούν ακόμη και για την αρπαγή της αγροτικής γης, τις επιτάξεις σχολείων, νοσοκομείων, ξενοδοχείων, οικιών και επαύλεων, τις κατασχέσεις μέσων συγκοινωνιών και εμπορευματικών μεταφορών -τόσο οδικών όσο και σε σταθερή τροχιά- σκαφών, πλοίων, αυτοκινήτων, ποδηλάτων και άλλων, όπως και ζώων. 
Αρθρογραφία έμμεσης, αλλά σαφούς ομολογίας αποτελεί αυτή που δημοσιεύθηκε στις 11-4-2013 στην εφημερίδα TAGESPIEGEL του Βερολίνου. Ο αρθρογράφος περιγράφει με συγκεκριμένους αριθμούς, αν και εν μέρει μετριοπαθείς, τα δεινά που προκάλεσαν οι δυνάμεις γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα. Ξεχωρίζει η φράση: «Καμία άλλη χώρα κατοχής, όπως η Γερμανία, δεν κατέστρεψε τόσο όσο την Ελλάδα».
Στο σημείο αυτό, αξιότιμες και αξιότιμοι κυρίες και κύριοι συνάδελφοι και κυρία Πρόεδρε, θα ήθελα να επισημάνω ότι πράγματι πρέπει να γίνει ο διαχωρισμός των γερμανικών επανορθώσεων από τα κατοχικά δάνεια. Και χρησιμοποιώ τον πληθυντικό αριθμό, διότι, κατά τη νομική μας άποψη, δεν ήταν ένα το δάνειο, αλλά πολλά -διότι δίνονταν τμηματικά- και δεν υπήρχε μία σύμβαση αλλά πολλές. Διότι σαφέστατα έχουν διαφορετική νομική χροιά και χρήζουν διαφορετικής νομικής αντιμετώπισης. Όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούν να τύχουν της φροντίδας μιας επιτροπής, όπως αυτή που συγκροτείται τώρα, ούτως ώστε μέσα από τα συμπεράσματά της να προκύψουν τα θεμέλια εκείνα, για να γίνουν οι διαφορετικές νομικές αντιμετωπίσεις.
Τα κατοχικά δάνεια, λοιπόν, τα επέβαλαν οι δυνάμεις κατοχής με αναγκαστικό τρόπο, προκειμένου η Ελλάδα να συνεχίσει να χρηματοδοτεί τις πολύ πέραν του αναγκαίου μέτρου και σύμφωνα με την Συνθήκη της Χάγης ανάγκες των δυνάμεων αυτών στο έδαφός της με λίαν υπέρογκα ποσά, καταφανώς δυσανάλογα με τους πόρους της, που μετά τη Δημοσιονομική Διάσκεψη της Γερμανίας και της Ιταλίας στη Ρώμη στις 14-3-1942 πήρε σάρκα και οστά.
Στη Διάσκεψη αυτή φυσικά δεν συμμετείχε η Ελλάδα. Εκεί αποφασίστηκε η επιβολή των κατοχικών δανείων σε αυτή. Ο δε Έλληνας Υπουργός των Οικονομικών, κατ’ εντολήν, έδωσε και αυτός με τη σειρά του την εντολή στην Τράπεζα της Ελλάδος να συμμορφωθεί προς τη ρηματική διακοίνωση του Γερμανού πληρεξουσίου. Έκτοτε η Τράπεζα της Ελλάδος λειτούργησε ως εκτελεστικό εκταμιευτικό όργανο του ελληνικού Δημοσίου. 
Περιληπτικά στη Συμφωνία αυτή περιλαμβάνεται η υποχρέωση της ελληνικής πλευράς να καταβάλει στις δυνάμεις κατοχής και σε ίσο μερίδιο για έξοδα κατοχής το ποσό των 1,5 δισεκατομμυρίων μηνιαίως –υποτίθεται- σύμφωνα με τη Συνδιάσκεψη της Ειρήνης της Χάγης του 1907. Πέραν αυτού του ποσού, οι αναλήψεις από την Τράπεζα της Ελλάδος θα χρεώνονταν στις κυβερνήσεις της Γερμανίας και της Ιταλίας τότε σε δραχμές και θα ήταν –παρανόμως, βεβαίως- άτοκες. 
Το άθροισμα των οριστικών χρεώσεων που έγιναν από την Τράπεζα της Ελλάδος προς τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής μέσω των αντίστοιχων λογαριασμών, πέραν και επιπλέον των εξόδων κατοχής, συνιστά το κεφάλαιο των κατοχικών δανείων. 
Σύμφωνα με την έκθεση του μετέπειτα Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος για τα έτη 1941-1944, ανήλθε σε 1 τετράκις εκατομμύρια 530 εκατομμύρια 33 χιλιάδες δραχμές. 
Σύμφωνα με το Τμήμα Ιστορικών Τιμών της Τραπέζης της Ελλάδος, η αντιστοιχία της μίας χρυσής λίρας προς τις πολεμικές δραχμές μεσοσταθμικά διαμορφώθηκε από 1.200 δραχμές το 1941 σε 34.000.000 δραχμές το 1944. 
(Στο σημείο αυτό κτυπάει το κουδούνι λήξεως του χρόνου ομιλίας του κυρίου Βουλευτή)
Με την μετατροπή, λοιπόν, αυτή των τότε δραχμών σε χρυσές λίρες Αγγλίας και την επαναμετατροπή τώρα σε ευρώ βρίσκουμε ότι το σημερινό ποσό το οποίο οφείλεται είναι 106.000.000 χρυσές λίρες Αγγλίας, το οποίο αντιστοιχεί σε 25.835.000.000 ευρώ, χωρίς βεβαίως τον υπολογισμό των σχετικών τόκων, που μεσοσταθμικά πρέπει να υπολογιστούν πάνω από το 3%, καθώς αυτό θα πρέπει να είναι το επιτόκιο, κατά πολύ μετριοπαθείς τρόπους υπολογισμένο, το οποίο θα συμπυκνώνει ουσιαστικά την απώλεια που είχε από ωφέλεια του κεφαλαίου αυτού η Ελληνική Δημοκρατία όλα αυτά τα χρόνια, δηλαδή από το πώς θα διαχειριζόταν αυτό το κεφάλαιο η Ελληνική Δημοκρατία, εφόσον το κατείχε και, βεβαίως, σύμφωνα και με το μέσο κόστος δανεισμού που είχε η Ελληνική Δημοκρατία όλα αυτά τα χρόνια.
Από την άλλη πλευρά, το γερμανικό Γ΄ Ράιχ προέβη σε ενέργειες επιστροφής του κατοχικού δανείου μετά τον Απρίλιο του 1943, ομολογώντας πανηγυρικά το χρέος από αυτήν την αιτία. 
Η Ελλάδα προέβη σε πάρα πολλές ενέργειες, ώστε παρά και πέρα από τη διεθνή εθιμική πρακτική του απαράγραπτου αυτών των δικαιωμάτων ούτως ή άλλως να εκδηλώνει συνεχείς οχλήσεις προς τη γερμανική πλευρά. Να μην κουράσω επισημαίνοντας περισσότερες από τις οχλήσεις αυτές. 
Θα ήθελα να αναφερθώ μόνο στο γεγονός ότι στα σαθρά επιχειρήματα της γερμανικής πλευράς, που δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να αναχαιτίσουν τον αγώνα μας για δικαίωση, θα πρέπει να αντιπαραβάλουμε ότι πέρα από τη Συμφωνία του Λονδίνου του 1953, η οποία με το άρθρο 5 προέβλεπε την αναστολή των διεκδικήσεων μέχρι την επανένωση της Γερμανίας που έγινε τον Αύγουστο του 1990, υπήρξε από ελληνικής πλευράς -σοφά- και από το 1952 η μόνιμη και διαρκής έκφραση από τη νομοθετική λειτουργία της Ελληνικής Δημοκρατίας με τον ν. 2023/1952, οπότε διαρκώς και μονίμως διακόπταμε την όποια υποτιθέμενη –και το τονίζω «υποτιθέμενη»- παραγραφή αυτών.
Αγαπητές και αγαπητοί συνάδελφοι, ήρθε η ώρα που κάθε Έλληνας πατριώτης επιζητούσε και ανέμενε. Ήρθε η ώρα να αποτίσουμε φόρο τιμής σε όλους αυτούς τους συνανθρώπους μας που απώλεσαν ζωές προγόνων, συγγενών, φίλων και γνωστών, περιουσίες, αλλά πάνω από όλα απώλεσαν συνανθρώπους. 
Ήρθε η ώρα να κάνουμε το ιερό μας χρέος απέναντι σε εκείνους που μας δίδαξαν τι ακριβώς σημαίνει αγώνας για απελευθέρωση της πατρίδας, με κάθε κόστος. Αυτή η διδαχή είναι σήμερα περισσότερο επίκαιρη παρά ποτέ.