Ο Πολιτικός Επιστήμων και εκλεγμένος από το μητρώο της Νέας Δημοκρατίας, Ευβοιώτης Γιάννης Μανώλης σχολιάζει το περιεχόμενο του προϋπολισμού για το 2018 που κατέθεσε η Κυβέρνηση.

Το προσχέδιο του προϋπολογισμού του 2018 –που κατέθεσε την Δευτέρα 2 Οκτωβρίου, ο Υπουργός Οικονομικών- επιβεβαιώνει την αποτυχία της κυβέρνησης για το οικονομικό έτος 2017. 
Πρόκειται για ένα μείγμα πολιτικής που στηρίζεται μονοδιάστατα στην αύξηση της φορολογίας, οδηγώντας κατά αυτόν τον τρόπο στο στέγνωμα της αγοράς και στη συρρίκνωση του εισοδήματος των πολιτών. Η συγκεκριμένη πολιτική θα συνεχιστεί και το οικονομικό έτος 2018, αδιαφορώντας για την καταστροφή που προκαλεί στην εθνική οικονομία και την ελληνική κοινωνία.  
   
Σύμφωνα λοιπόν με το προσχέδιο του προϋπολογισμού του 2018, τα στοιχεία δείχνουν, από τη μία μεριά, ότι το μακροοικονομικό περιβάλλον του 2017 είναι χειρότερο σε σχέση με αυτό που ψηφίστηκε στο περυσινό προϋπολογισμό, ενώ από την άλλη η κυβέρνηση προβλέπει μεγαλύτερο πρωτογενές πλεόνασμα.
Συγκεκριμένα, στον προϋπολογισμό του 2017 η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ υποστήριζε ότι ο ρυθμός ανάπτυξης θα είναι της τάξης του 2,7% και το πρωτογενές πλεόνασμα 2,0%, ενώ σήμερα υποστηρίζει ότι ο ρυθμός ανάπτυξης θα κινηθεί γύρω στο 1,8% και το πρωτογενές πλεόνασμα θα είναι υψηλότερο κατά 0,2%, θα διαμορφωθεί δηλαδή στο 2,2%. 
Τι όμως σημαίνει αυτό; Πώς γίνεται να παράγουμε λιγότερο πλούτο απ’ ότι υπολογίζουμε, αλλά το πρωτογενές πλεόνασμα να μεγαλώνει αντί να μειώνεται;
Ποιοι πληρώνουν το μάρμαρο της κυβερνητικής πολιτικής; 
Αυτά είναι μερικά βασικά ερωτήματα στα οποία η κυβέρνηση αποφεύγει να απαντήσει. 
Το αυξημένο πρωτογενές πλεόνασμα προέρχεται από τις εξής πηγές: νέοι φόροι και αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών, περικοπές στις συντάξεις και στα κοινωνικά επιδόματα, κατασχέσεις και εσωτερική στάση πληρωμών, καθώς και μη χορήγηση νέων συντάξεων εδώ και 18 μήνες. Οι πολίτες, και ιδίως εκείνοι με τα χαμηλότερα εισοδήματα, καλούνται να πληρώσουν τον λογαριασμό της αποτυχίας της κυβερνητικής πολιτικής.   
Τα αποτελέσματα της εμμονής του κ. Τσίπρα να φορολογεί ότι κινείται είναι απογοητευτικά: το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών έχει συρρικνωθεί, η φοροδοτική τους ικανότητα έχει εξαντληθεί, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του ιδιωτικού τομέα, αλλά και του Δημοσίου έχουν διογκωθεί, η αγορά έχει «στεγνώσει», η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας έχει υποχωρήσει και η αναπτυξιακή προοπτική υπονομεύεται. 
Η χώρα χρειάζεται άμεσα ένα νέο μείγμα δημοσιονομικής πολιτικής που θα στηρίζεται στη μείωση των φορολογικών συντελεστών. Η πολιτική που ακολούθησε η προηγούμενη κυβέρνηση το 2014, όταν μείωσε τους φορολογικούς συντελεστές έφερε καλύτερα αποτελέσματα τόσο για το δημόσιο ταμείο (αύξηση εσόδων και βελτίωση φορολογικής συμμόρφωσης), όσο και για τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις (μείωση τιμών και αύξηση κατανάλωσης).  
Συνεπώς, η μείωση των φορολογικών συντελεστών, σε συνδυασμό με σειρά διαρθρωτικών αλλαγών, θα δώσουν ώθηση στην εθνική οικονομία, θα προσελκύσουν επενδύσεις, θα μεγαλώσουν το ΑΕΠ της χώρας και θα εξασφαλίσουν καλύτερες συνθήκες διαβίωσης για τις Ελληνίδες και τους Έλληνες. Μια τέτοια πολιτική μπορεί να την υπερασπιστεί και να την εφαρμόσει μόνο μια κυβέρνηση της ΝΔ με πρωθυπουργό τον Κυριάκο Μητσοτάκη. 
Δρ Γιάννης Μανώλης
ΝΔ Ευβοίας