Τη σημασία του πρωτογενούς τομέα ως βασικού μοχλού ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας υπογραμμίζει ο Σίμος Κεδίκογλου σε άρθρο του, που δημοσιεύθηκε στην έντυπη έκδοση του Ελεύθερου Τύπου της Κυριακής. Όπως σημειώνει, ένα από τα σημαντικότερα διδάγματα των οικονομικών συνεπειών της υγειονομικής κρίσης είναι η ανάγκη αναδιάταξης της εθνικής οικονομίας, καθώς η υπερβολική στήριξή της σε έναν πυλώνα, τον τουριστικό, αποδείχθηκε ότι την καθιστά εξαιρετικά ευάλωτη σε συνθήκες παγκόσμιας κρίσης. Συνεπώς, ζητούμενο πρέπει να είναι η ανάπτυξη άλλων τομέων, όπου υπάρχουν σημαντικά συγκριτικά πλεονεκτήματα, με χαρακτηριστικότερο τέτοιο παράδειγμα τον αγροδιατροφικό τομέα.

Στην κατεύθυνση αυτή ο βουλευτής προτείνει την περαιτέρω μελέτη και αξιοποίηση της πρότασης του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδας για την ανάπτυξη του πρωτογενούς τομέα μέσω της δημιουργίας ενός καινοτόμου ΣΔΙΤ, ενός ενιαίου φορέα μεταποίησης και εξαγωγών αγροτικών προϊόντων. Πιο συγκεκριμένα, το Δημόσιο θα συμμετέχει με μειοψηφικό ποσοστό και τη διοίκηση θα έχουν οι ιδιώτες μέτοχοι, που θα ακολουθούν τις αρχές της εταιρικής διακυβέρνησης. Ο νέος φορέας θα λειτουργεί με βάση τις αρχές της «συμβολαιακής γεωργίας», ώστε οι αγρότες να εξασφαλίζονται για την απορρόφηση των προϊόντων τους, ενώ θα μειώνεται η διακύμανση των ετήσιων εισοδημάτων τους. Παράλληλα θα έχουν ασφαλιστική κάλυψη για φυσικές καταστροφές, πρόσβαση σε τραπεζική χρηματοδότηση με ευνοϊκούς όρους, φθηνότερη προμήθεια αγροτικών εφοδίων και συμβουλευτικές υπηρεσίες για τις κατάλληλες καλλιέργειες.

Βεβαιώνει, τέλος, ότι μπορούν να αυξήσουν σημαντικά τις εξαγωγές, να ενισχύσουν την τάση επιστροφής εργαζομένων στην περιφέρεια, καθώς και τα κίνητρα συνεχούς αύξησης της αγροτικής παραγωγής, να δημιουργήσουν τουλάχιστον 100 χιλιάδες θέσεις εργασίας και να αυξήσουν κατά πολύ το ΑΕΠ. Επιπλέον, μπορούν να αναμένονται και θετικές συνέπειες στην αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος, αφού οι αγροτικές οικογένειες έχουν αυξημένο δείκτη γεννητικότητας.

Γράφει ο Σίμος Κεδίκογλου

Η ενίσχυση της παραγωγικότητας, η συστηματική αύξηση των εξαγωγών, η στενότερη διασύνδεση της παραγωγής με την τεχνολογία και την καινοτομία, με στόχο τη δημιουργία νέων καλύτερων θέσεων εργασίας, είναι οι κεντρικοί άξονες του σχεδίου ανάπτυξης που παρουσίασε η «Επιτροπή Πισσαρίδη» και θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το προσφορότερο πεδίο εφαρμογής τους είναι η αγροτική οικονομία, εξελίσσοντάς τη με σύγχρονες μεθόδους και ακολουθώντας πετυχημένα διεθνή παραδείγματα.

Είναι σαφές ότι ένα από τα σημαντικότερα διδάγματα των οικονομικών συνεπειών της υγειονομικής κρίσης είναι η ανάγκη αναδιάταξης της εθνικής οικονομίας. Η υπερβολική στήριξή της σε έναν πυλώνα, τον τουριστικό, αποδείχθηκε ότι την καθιστά εξαιρετικά ευάλωτη σε συνθήκες παγκόσμιας κρίσης. Ζητούμενό μας πρέπει να είναι η ανάπτυξη άλλων τομέων, που έχουμε σημαντικά συγκριτικά πλεονεκτήματα, με χαρακτηριστικότερο τέτοιο παράδειγμα τον αγροδιατροφικό τομέα.

Στόχος μας πρέπει να είναι η ανάδειξη του αγρότη – επιχειρηματία, μικρού και μεσαίου, ως οικονομικού, αλλά και κοινωνικού προτύπου. Ζητούμενο είναι να παρέχουμε στον νέο αγρότη τη γεωτεχνική υποστήριξη και την οικονομική πληροφόρηση, για να μπορεί μετά να παίρνει τις σωστές επιχειρηματικές αποφάσεις, με τρόπο που να είναι εφικτή και η χρηματοδότησή του. Να έχει δηλαδή ο αγρότης κοντά του τον γεωπόνο, που να τον ενημερώνει ποιες δυνατότητες καλλιέργειας έχει, και στη συνέχεια ο οικονομικός σύμβουλος να τον πληροφορεί για τις προοπτικές κάθε προϊόντος στην τρέχουσα συγκυρία της αγοράς.

Στο πλαίσιο αυτό είναι πολύ ενδιαφέρουσα και χρήζει περαιτέρω μελέτης και αξιοποίησης η πρόταση του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδας για την ανάπτυξη του πρωτογενούς τομέα. Εκεί επισημαίνεται ότι το σημαντικότερο δεν είναι η αγροτική παραγωγή αυτή καθ’ εαυτήν, αλλά ο τζίρος των προϊόντων που παράγονται, μεταποιούνται και εξάγονται. Για παράδειγμα, η Νέα Ζηλανδία έχει αγροτική παραγωγή αξίας 7 δισ. ευρώ και εξάγει προϊόντα αξίας 23 δισ. ευρώ, ενώ η Ελλάδα παράγει 12 δισ. και εξάγει μόλις 5 δισ. ευρώ.

Το μέλλον βρίσκεται στην παραγωγή προϊόντων εντάσεως τεχνολογίας και όχι μόνο στη βασική πρωτογενή παραγωγή. Η Ολλανδία παράγει προϊόντα αξίας 1.700 ευρώ ανά στρέμμα, το Ισραήλ 1.290 ευρώ και η Ελλάδα μόλις 190 ευρώ. Ακολουθώντας το παράδειγμά τους θα μπορούσαμε να εξαπλασιάσουμε τις εξαγωγές μας και να αυξήσουμε το ΑΕΠ μας κατά 25 δισ. ευρώ.

«Κλειδί» στην πρόταση του ΟΕΕ είναι η δημιουργία ενός καινοτόμου ΣΔΙΤ, ενός ενιαίου φορέα μεταποίησης και εξαγωγών αγροτικών προϊόντων. Το Δημόσιο θα συμμετέχει με μειοψηφικό ποσοστό και τη διοίκηση θα έχουν οι ιδιώτες μέτοχοι, που θα ακολουθούν τις αρχές της εταιρικής διακυβέρνησης. Ο νέος φορέας θα λειτουργεί με βάση τις αρχές της «συμβολαιακής γεωργίας», ώστε οι αγρότες να εξασφαλίζονται για την απορρόφηση των προϊόντων τους, ενώ θα μειώνεται η διακύμανση των ετήσιων εισοδημάτων τους. Παράλληλα θα έχουν ασφαλιστική κάλυψη για φυσικές καταστροφές, πρόσβαση σε τραπεζική χρηματοδότηση με ευνοϊκούς όρους, φθηνότερη προμήθεια αγροτικών εφοδίων και συμβουλευτικές υπηρεσίες για τις κατάλληλες καλλιέργειες.

Τα απαιτούμενα κεφάλαια, σύμφωνα με το σχετικό business plan, ανέρχονται στα 80 – 150 εκατομμύρια ευρώ, ανάλογα με τη στρατηγική που θα επιλεγεί. Το μικρότερο ποσό είναι για τη συμβολαιακή γεωργία, το μεγαλύτερο σε περίπτωση εξαγορών και συγχωνεύσεων μονάδων μεταποίησης. Η συμμετοχή του Δημοσίου θα είναι της τάξης των 40 (ή 75 αντίστοιχα) εκατομμυρίων ευρώ, μια μικρή σχετικά επένδυση στο μέλλον, με τεράστια αναμενόμενα οφέλη.

Μπορούμε να αυξήσουμε σημαντικά τις εξαγωγές, να ενισχύσουμε την τάση επιστροφής εργαζομένων στην περιφέρεια, καθώς και τα κίνητρα συνεχούς αύξησης της αγροτικής παραγωγής, να δημιουργήσουμε τουλάχιστον 100 χιλιάδες θέσεις εργασίας και να αυξήσουμε κατά πολύ το ΑΕΠ. Επιπλέον, μπορούν να αναμένονται και θετικές συνέπειες στην αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος, αφού οι αγροτικές οικογένειες έχουν αυξημένο δείκτη γεννητικότητας.

Με έναν σμπάρο μπορούμε να πετύχουμε πολλά -και καλά- τρυγόνια…