Γιατί οι δαπάνες για την υγεία δεν έχουν το προσδοκώμενο αποτέλεσμα; Σε αυτό το ερώτημα θα προσπαθήσει να απαντήσει ο βουλευτής και εισηγητής του κοινοβουλευτικού τομέα Υγείας του ΠΑΣΟΚ, Συμεών Κεδίκογλου, με μια σειρά άρθρων του. Ο τίτλος τους είναι «Τα παράδοξα της Υγείας» και το πρώτο άρθρο του κ. Κεδίκογλου, δημοσιεύτηκε σήμερα από την εφημερίδα «Τα Νέα».

«Η έγκυρη καταγραφή είναι το πρώτο βήμα για την αντιμετώπιση του προβλήματος» υποστηρίζει ο βουλευτής και ξεκινά το πρώτο του άρθρο με θέμα την τελευταία θέση της Ελλάδας στην στελέχωση των νοσοκομείων.

«Το Εθνικό Σύστημα Υγείας βιώνει την κρισιμότερη καμπή από τη σύστασή του. Οι εργαζόμενοι ιατροί διαμαρτύρονται για τις χαμηλές απολαβές, οι εργαζόμενοι νοσηλευτές για τον ίδιο λόγο και τον φόρτο εργασίας, οι πάροχοι γιατί το Δημόσιο είναι κακοπληρωτής. Και οι πολίτες γιατί ταλαιπωρία αντικαθιστά τη λέξη εξυπηρέτηση παρά το γεγονός ότι καταβάλλονται κανονικά οι κρατήσεις των αποδοχών τους. Την ίδια στιγμή, ο νέος οργανισμός ΕΟΠΥΥ δεν έχει εξασφαλίσει τη χρηματοδότησή του και αιμορραγεί μήνα με το μήνα.

Επιπλέον, οι δαπάνες για την υγεία δεν είναι λίγες και όλοι αναρωτιόμαστε γιατί δεν έχουν το προσδοκώμενο αποτέλεσμα. Στο ερώτημα αυτό θα προσπαθήσω με μια σειρά άρθρων μου να δώσω απαντήσεις και να αναδείξω τις παραδοξότητες του συστήματος, καθώς ή έγκυρη καταγραφή είναι το πρώτο βήμα για την αντιμετώπιση του προβλήματος.

Υπάρχει κανείς σήμερα που πιστεύει για παράδειγμα ότι τα ελληνικά νοσοκομεία έχουν πληθώρα ιατρών; Κι όμως. Οι αριθμοί μπορεί να είναι άχαροι, λένε όμως την αλήθεια:

Γνωρίζετε ότι η Ελλάδα με 5,35 ιατρούς/1000 κατοίκους διαθέτει το μεγαλύτερο αριθμό ιατρών μεταξύ των χωρών μελών του ΟΟΣΑ και σχεδόν το διπλάσιο από το μέσο όρο των χωρών μελών της ΕΕ (3.4/1000 κατοίκους ) (OECD, 2010); Διπλάσιος είναι και ο αριθμός των οδοντιάτρων με 1,31 οδοντιάτρους ανά 1000 κατοίκους για το έτος 2008, σε σύγκριση με το μέσο όρο των χωρών της ΕΕ που ανέρχεται σε 0,69 οδοντιάτρους ανά 1000κατ. (OECD 2010).

Αν μάλιστα εστιάσουμε στα δημόσια νοσοκομεία, αυξημένος αριθμός ιατρών παρατηρείται και εδώ με τον αριθμό κλινών ανά ιατρό να κυμαίνεται σε όλες τις ΥΠΕ από 1,2 έως 1,8, με την πλειοψηφία των ΥΠΕ να εμφανίζουν 1,5 κλίνες ανά ιατρό, σύμφωνα με στοιχεία σε έρευνα της Επ.καθηγήτριας Δ. Καϊτελίδου.

Η αυξημένη στελέχωση των δημοσίων ελληνικών νοσοκομείων με ιατρούς δεν φαίνεται όμως να ακολουθείται και από το υπόλοιπο προσωπικό των υπηρεσιών υγείας. Σίγουρα όχι με το νοσηλευτικό.

Σε σύγκριση με χώρες μέλη της ΕΕ (19), η χώρα μας κατέχει την τελευταία θέση με μόλις 3,4 νοσηλευτές ανά 1000 κατοίκους, όταν για το 2007 ο μέσος όρος των χωρών μελών της ΕΕ είναι 8,6 νοσηλευτές.

Αρκεί μια επίσκεψη σε ένα οποιοδήποτε δημόσιο νοσοκομείο για να δει κανείς ότι η χώρα αντιμετωπίζει σημαντικό πρόβλημα στη νοσηλευτική στελέχωση των υπηρεσιών υγείας, όταν πολλά τμήματα λειτουργούν μονίμως, ειδικά στις βραδινές βάρδιες, πολύ κάτω από τα επιτρεπόμενα όρια ασφαλείας, με δείκτες στελέχωσης που σε πολλές περιπτώσεις φθάνουν τους 40 ασθενείς ανά νοσηλευτή!

Την ίδια στιγμή, πλειάδα διεθνών μελετών υποστηρίζει ότι η επαρκής στελέχωση σε νοσηλευτές οδηγεί σε ποιοτικότερη και «φθηνότερη» νοσηλεία, αφού συμβάλλει σε λιγότερες ημέρες νοσηλείας, λιγότερες επιπλοκές, λοιμώξεις κ.τ.λ.

Αλλά και πέρα από τους νοσηλευτές, το συνολικό υγειονομικό προσωπικό στην Ελλάδα ως ποσοστό του συνολικού εργατικού δυναμικού (πλην των ενόπλων δυνάμενων), το 2007 δεν ξεπερνούσε το 5,3% σε αντίθεση με το 9,9% που ήταν ο μέσος όρος της ΕΕ(19), φέρνοντας την Ελλάδα στην τελευταία θέση με προτελευταία την Πολωνία (5,7%), ενώ στην πρώτη θέση βρίσκεται η Σουηδία με 15,9%.

Συνεκτιμώντας τα παραπάνω νούμερα, το βασικό συμπέρασμα είναι ότι παρότι η Ελλάδα βρίσκεται στην τελευταία θέση ως προς τη συνολική στελέχωση των νοσοκομείων της, φαίνεται ότι είναι ανάμεσα στις πρώτες όσον αφορά τον αριθμό των ιατρών ανά κλίνη, όπως άλλωστε μεγάλος είναι και ο συνολικός αριθμός ιατρών.

Και μη βιαστεί να νομίσει κανείς ότι αυτό είναι για το καλό της υγείας των πολλών, καθώς ο ιατρικός πληθωρισμός συνδέεται, σύμφωνα με μελέτες, με προκλητή ζήτηση ιατρικών υπηρεσιών, η οποία αποτελεί σίγουρη εγγύηση για δαπάνες όχι όμως για καλύτερες παρεχόμενες υπηρεσίες στον πολίτη.

Εν κατακλείδι, η έλλειψη οργάνωσης και διοίκησης με όρους κοινής λογικής- προσλαμβάνω όσους γιατρούς χρειάζομαι για να μπορώ να προσλάβω προσωπικό που έχω πραγματικά ανάγκη- είναι ένα μόνο από τα πολλά αίτια της στρεβλής κοινωνικής πολιτικής στην Ελλάδα.

Μίας πολιτικής όπου υψηλές κοινωνικές δαπάνες- αγγίζουν το 25% του ΑΕΠ- συνυπάρχουν με πολύ κακές υπηρεσίες υγείας προς τους πολίτες. Που έχει δηλαδή πρακτικά ως αποτέλεσμα λεφτά να φεύγουν από τα κρατικά ταμεία χωρίς όμως να φτάνουν σε αυτούς που πραγματικά έχουν ανάγκη.

Γι’ αυτό επαναλαμβάνω προς κάθε κατεύθυνση ότι η στελέχωση της διοίκησης του ΕΣΥ είναι μια πολύ σοβαρή υπόθεση και πρέπει να γίνεται με αξιοκρατικά και όχι κομματικά κριτήρια.

Επιλογή με τεχνοκρατικά κριτήρια με βάση τη σχετική εκπαίδευση, την επαγγελματική εμπειρία και την κοινωνική αποδοχή. Που θα συνδέουν τα πρόσωπα με δείκτες αποδοτικότητας. Την περίοδο 2009-2011 τουλάχιστον τέθηκαν τα κριτήρια. Δεν μπορούμε να γυρίσουμε πίσω.»